annex13

Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

Πότε εφευρέθηκε η ατμομηχανή; Η σωστή απάντηση είναι περί το 60 μ.κ.ε! Εφευρέτης ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς, μέγας μαθηματικός και γεωμέτρης της εποχής και μέγας δάσκαλος στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Παρότι υπάρχουν ενδείξεις ότι με τον ατμό πειραματίστηκε και ο Αρχιμήδης, η πρώτη μηχανική κατασκευή με ατμό είναι του Ήρωνος. Η «αιολόσφαιρα» ή «ατμοστρόβιλος» χρησιμοποιούσε ατμό ως προωθητικό αέριο για να κάνει μια σφαίρα να περιστρέφεται. Δυστυχώς, ο Ήρων δεν κατάφερε να δει τις πιθανές εφαρμογές της ανακάλυψης του κι έτσι η «αιολόσφαιρα» θεωρήθηκε κάτι σαν πρωτότυπο παιχνίδι. Το απίστευτο είναι ότι ο σιδηρόδρομος -δηλαδή οι ράγες πάνω στις οποίες μπορεί να κινείται ένα όχημα- είχε εφευρεθεί αιώνες νωρίτερα από τον Περίανδρο τον Κορίνθιο! Ναι, ο τύραννος για τον οποίο κάτι έχετε μάθει στο σχολείο είχε δημιουργήσει τη «διολκό» στον -τότε- ισθμό της Κορίνθου, για να μεταφέρονται τα καράβια πάνω σε ράγες από τη μία άκρη του στην άλλη.

Ποιο ζώο κρύβει το κεφάλι του στην άμμο; Όχι, δεν έχει δει κανείς ποτέ στρουθοκάμηλο να χώνει το κεφάλι της στην άμμο! Οπότε και η έκφραση «στρουθοκαμηλισμός», άκυρη! Ο μύθος ίσως βγήκε γιατί το πουλί αυτό ξαπλώνει φαρδύ-πλατύ με το λαιμό και το κεφάλι στο έδαφος. Το λάθος πρωτοέκανε ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος, ρωμαίος ιστορικός, που επίσης υποστήριζε ότι οι στρουθοκάμηλοι καταφέρνουν να εκκολάψουν τα αβγά τους κοιτάζοντάς τα με ένταση! Από εκεί να καταλάβετε! Αν το κεφάλι του μπει στο χώμα, το πτηνό θα πεθάνει από ασφυξία!

Πόσα πόδια έχει η σαρανταποδαρούσα; Δεν είναι σαράντα – ούτε και εκατό, όπως υποδεικνύει το λατινικής ρίζας όνομα centipede. Η σαρανταποδαρούσα μπορεί να έχει από 15 έως 91 ζευγάρια πόδια – βασικό χαρακτηριστικό της, ο αριθμός των ζευγών είναι μονός! Συνήθως γεννιέται με 7 ζευγάρια πόδια, τα οποία αυξάνονται με το χρόνο. 

Ποιος ζει σε ιγκλού; Μάλλον κανένας πια… Ιγκλού στη γλώσσα της φυλής Ινουίτ σημαίνει σπίτι, και τα σπίτια τους χτίζονται από πέτρα ή δέρματα. Ιγκλού από πάγο έχτιζαν οι προγενέστεροι των Ινουίτ, Θούλι, και τα χρησιμοποιούσαν μέχρι αρκετά πρόσφατα στον κεντρικό και ανατολικό Καναδά. Και μόνο εκεί. Ούτε οι Εσκιμώοι της Αλάσκας ούτε αυτοί της Γροιλανδίας κατοικούν σε ιγκλού. Για να καταλάβετε, ήδη τη δεκαετία του 1920, σε μια απογραφή στην παγωμένη Γροιλανδία, μόνο 300 από 14.000 Εσκιμώους είχαν δει ιγκλού στη ζωή τους. Σήμερα απομένουν ελάχιστα τέτοια κτίσματα από χιόνι. Γλυκιά λεπτομέρεια, οι Θούλι της Γροιλανδίας, μάστορες του ιγκλού -κατασκεύαζαν τεράστιες σάλες για χορούς, γιορτές και αγώνες- ζούσαν σε τέτοια απομόνωση, που μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα πίστευαν ότι είναι ο μόνοι άνθρωποι στον κόσμο!

Ποιες ανθρώπινες κατασκευές φαίνονται από τη Σελήνη; Αν είπατε το Σινικό Τείχος, καίγεστε! Καμία ανθρώπινη κατασκευή δεν είναι ορατή από το φεγγάρι, με γυμνό μάτι με το ζόρι διακρίνονται οι ήπειροι! Προσοχή, άλλο το Διάστημα και άλλο η Σελήνη. Το Διάστημα ξεκινάει στα 100 χιλιόμετρα από την επιφάνεια της Γης. Κι από εκεί πολλά ανθρώπινα επιτεύγματα είναι ορατά· πόλεις, δρόμοι… Η Σελήνη απέχει πάνω από 400.000 χιλιόμετρα! Και μην ακούτε τι λέει το «Trivial Pursuit», δεν υπάρχει καμία ενδιάμεση απόσταση απ’ όπου να διακρίνεται μόνο το Σινικό Τείχος!

Τι έκανε ο Νέρωνας ενώ η Ρώμη καιγόταν; Πάντως δεν συνέθετε μελωδίες με την άρπα, εμπνεόμενος από την καταστροφή, πόσω μάλλον με βιολί- που δεν εμφανίστηκε παρά 1.000 χρόνια αργότερα! Η αλήθεια είναι -κατά τον Τάκιτο- ότι βρισκόταν περίπου 56 χιλιόμετρα μακριά -στο Άντιουμ, στα παραθαλάσσια θερινά του ανάκτορα. Όταν έμαθε για την πυρκαγιά, έσπευσε να επιστρέψει στην πόλη, όπου ανέλαβε προσωπικά το συντονισμό για την πυρόσβεση! Ο λόγος που ο εμπρησμός καταλογίστηκε στον Νέρωνα ήταν ότι είχε μακρόπνοα σχέδια για την οικιστική ανάπτυξη της πόλης – και τα έβαλε όντως σε λειτουργία μετά τη φωτιά. Το γεγονός πάντως είναι ότι, όντως, την πλήρωσαν οι χριστιανοί και πολύ σωστά γιατί ο Σαούλ-Παύλος έκαψε την Ρώμη και όχι ο Νέρωνας!

Από ποιο ζώο πήραν την ονομασία τους τα Κανάρια νησιά; Κι όμως, δεν είναι από τα καναρίνια, είναι από τα… σκυλιά! Το αρχιπέλαγος πήρε το όνομά του από τους Ρωμαίους που βρήκαν πολλά σκυλιά -άγρια και εξημερωμένα- στο κεντρικό νησί. Η λατινική ονομασία είναι «Insula Canaria». Τα καναρίνια πήραν το όνομά τους από τα νησιά – όχι το αντίστροφο!

Πόσες αισθήσεις έχει ο άνθρωπος; Τουλάχιστον 9! Οι 5 αισθήσεις που απαγγείλατε μόλις διαβάσατε την ερώτηση (όραση, ακοή, όσφρηση, αφή, γεύση) καταγράφηκαν από τον Αριστοτέλη. Ε, έχει κι άλλες, τουλάχιστον τέσσερις είναι αποδεκτές, αν και οι νευρολόγοι κατά καιρούς επιχειρηματολογούν για περισσότερες. Ιδού με τους λατινικούς τους όρους:
1. Thermoception: η αίσθηση της θερμότητας (ή της απουσίας θερμότητας) στο δέρμα.
2. Equilibrioception: η αίσθηση της ισορροπίας.
3. Nociception: η αίσθηση του πόνου.
4. Proprioception: η συνείδηση του σώματος, το να γνωρίζεις πού βρίσκονται τα διάφορα μέλη του σώματός σου.
Και, βέβαια, λένε οι ειδικοί, τι είναι η αίσθηση της πείνας ή της δίψας ή η αίσθηση του βάθους; Άσε που άλλα πλάσματα έχουν αισθήσεις που εμείς δεν έχουμε. Οι καρχαρίες, για παράδειγμα, έχουν electroception (νιώθουν τα ηλεκτρικά πεδία), έντομα και πουλιά έχουν ιmagnetoception (αντιλαμβάνονται μαγνητικά πεδία), ενώ οι κουκουβάγιες, μεταξύ άλλων, έχουν υπέρυθρη όραση!

Από ποιον πήρε το όνομα της η Αμερική; Προσπερνάμε τους άσχετους που θα ψιθυρίσουν διστακτικά “o Κολόμβος” και πάμε να κοροϊδέψουμε τους εξυπνάκηδες που όλο αυταρέσκεια θα πούνε “Αμέρικο Βεσπούτσι”.  Έχετε δει πολλά μέρη άλλωστε να παίρνουν το όνομα τους από το όνομα και όχι το επώνυμο ενός εξερευνητή; Ο εύπορος έμπορος από την Ουαλία, ονόματι Ρίτσαρντ Άμερυκ, υπήρξε ο κύριος χρηματοδότης του δεύτερου υπερατλαντικού ταξιδιού του Τζον Κάμποτ (ή αλλιώς Τζοβάνι Καμπότο). Ο τελευταίος έφτασε στο Λαμπραντόρ το 1497 και ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που αποδεδειγμένα πάτησε σε αμερικάνικο έδαφος (εννοείται αιώνες μετά τους Έλληνες).

Ο Κάμποτ χαρτογράφησε την ακτογραμμή της Βόρειας Αμερικής από τη Νέα Σκοτία μέχρι τη Νέα Γη. Στο ημερολόγιο του Μπριστόλ (το μέρος που ζούσε ο Άμερυκ) εκείνης της χρονιάς, υπάρχει η εξής καταχώρηση: “… ανήμερα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή (24 Ιουνίου), οι έμποροι του Μπριστόλ ανακάλυψαν τη χώρα Αμερική, με ένα πλοίο του Μπριστόλ που λεγόταν Μάθιου“. Πιθανότατα ο Άμερυκ θα είχε την απαίτηση να δοθεί το όνομα του στη νέα γη. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που χρησιμοποιήθηκε η λέξη Αμερική. Ο ίδιος ο Βεσπούτσι ποτέ δεν ανάφερε τα μέρη που πήγε (στη Νότια Αμερική μιας και στο Βορρά δεν πάτησε ποτέ) ως Αμερική (δεν ήταν τόσο ψώνιο μιας και δεν έχουμε πουθενά κάποιο μέρος που να λέγεται “Γη του Βεσπούτσι”.

Τι ξέρετε για την κατάρα του Τουταγχαμών; Φαντάζομαι πάρα πολλά έτσι; Ίσως μάλιστα έχετε αποστηθίσει τι γράφει η επιγραφή: “Όσοι εισέρχονται σε αυτό τον ιερό τάφο θα βρεθούν πολύ γρήγορα στην αγκαλιά του θανάτου”. Και αν κάνετε ένα γρήγορο googlάρισμα θα ανακαλύψετε αμέτρητα άρθρα για τα θύματα της κατάρας με ονόματα και διευθύνσεις.

Να σας στεναχωρήσω; Δεν υπάρχει καμία επιγραφή, καμία κατάρα, ελάχιστα πτώματα που, με υποθέσεις τραβηγμένες από τα μαλλιά, μπορούν να συνδεθούν με το άνοιγμα αιγυπτιακών τάφων.

Ο ανταποκριτής της Daily Express, θέλοντας να κάνει πιο πικάντικη την ανακάλυψη του Χάουαρντ Κάρτερ το 1922, ανέφερε στο άρθρο του και αυτή την επιγραφή (όπως συνηθίζουν τις σάλτσες οι δημοσιογράφοι). Η είδηση αναπαράχθηκε από την Daily Mail και τους New York Times και έγινε πια αδιαμφισβήτητο γεγονός. Αμέτρητοι συγγραφείς (μεταξύ τους ο Σερ Άρθουρ Κόναν Ντόυλ) αναπαρήγαγαν μέσα στα έργα τους το ψέμα. Στην ουσία όμως, όλοι τους, εκμεταλλεύονταν την ιδέα που χρησιμοποίησε η Αγγλίδα μυθιστοριογράφος Τ.Λ. Γουέμπ, που πρώτη σκέφθηκε την ιδέα ενός καταραμένου αιγυπτιακού τάφου στο έργο της “Η Μούμια” (1828).

Όπως αποκάλυψε η διεξοδική έρευνα που δημοσιεύτηκε στην Αγγλική Ιατρική Επιθεώρηση του 2002, από τους 21 θανάτους που υποτίθεται ότι προκάλεσε η “κατάρα”, μόνο 6 έλαβαν χώρα μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε το άνοιγμα του τάφου. Μάλλον οι πιστοί της θα συμπεριέλαβαν και το θάνατο από γηρατειά στις μακάβριες επιπτώσεις της.

Τι προέλευσης είναι το Κιλτ, η Γκάιντα και το Ουίσκι;  Αν και είμαι οπαδός των Σκοτσέζων και της μούρλας που κουβαλάνε (το πώς γίνεται όλες οι τρελές φυλές να ζούνε πάνω από την πιο ξενέρωτη ράτσα στον πλανήτη, είναι ένα ακανθώδες ερώτημα στο οποίο δεν βρίσκω απάντηση), δεν μπορώ να παρά να μαρτυρήσω την αλήθεια. Κανένα από τα πράγματα του τίτλου δεν γεννήθηκε στη Σκωτία. Το κιλτ υπήρξε επινόηση των Ιρλανδών αν και η λέξη προέρχεται από τα δανικά και το kilte op που σημαίνει πτυχώνω ύφασμα.

Οι γκάιντες αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη αλλά και την ελληνική ποίηση του 4ου αιώνα πχ (ναι, ναι, όλα οι Έλληνες τα εφηύραν), ενώ η πρώτη τους εμφάνιση έγινε πιθανότατα στην Κεντρική Ασία. Οι Ρωμαίοι είναι εκείνοι που μάλλον έφεραν την γκάιντα στη Βρετανία και κατέληξε στα χέρια των Σκοτσέζων που πραγματικά την λάτρεψαν.

Το ουίσκι αποτελεί επινόηση των Κινέζων και έφτασε στη Σκωτία από την Ιρλανδία. Άλλωστε η ίδια η λέξη προέρχεται από ιρλανδικό uisge beatha που με τη σειρά του προέρχεται από το λατινικό aqua vitae, “το νερό της ζωής”.

Σε τι χρησιμεύουν οι ζώνες αγνότητας; Αν πιστεύετε πως ήταν ο τρόπος για να διασφαλίσει ο σταυροφόρος, ο βασιλιάς κοκ την παρθενία ή την τιμιότητα γενικά της γυναίκας του, ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ να βλέπετε ταινίες εποχής. Η όλη υπόθεση αποτελεί φαντασιοπληξία των συγγραφέων του 19ου αιώνα. Υπάρχουν ελάχιστα αποδεικτικά στοιχεία για τη χρήση της ζώνης αγνότητας στο Μεσαίωνα. Το παλαιότερο σκίτσο που υπάρχει χρονολογείται από τον 15ο αιώνα. Σε βιβλίο που γράφτηκε πολύ μετά τις Σταυροφορίες, από τον Κόνραντ Κύσερ, και περιγράφει τον στρατιωτικό εξοπλισμό της εποχής, παρουσιάζει τη “σιδερένια περισκελίδα” ως ένα αντικείμενο που το φορούσαν οι γυναίκες για να προστατεύσουν τον εαυτό τους από τις ανεπιθύμητες εκδηλώσεις θαυμασμού των ντόπιων αρσενικών. Το κλειδί δε που άνοιγε τη ζώνη, το κατείχαν οι ίδιες. Οι περισσότερες “μεσαιωνικές” ζώνες αγνότητας που εκτίθενται σε μουσεία, θεωρούνται πλέον αμφίβολης γνησιότητας και αποσύρονται.

Η Σβάστικα είναι ναζιστικό έμβλημα; Το σύμβολο είναι τόσο παλιό που η αρχή του χάνετε στην προϊστορία. Μία απ’ τις παλαιότερες γνωστές Σβάστικες βρέθηκε σε μια παλαιολιθική σπηλιά και ζωγραφίστηκε τουλάχιστον 10,000 χρόνια πριν. Σχεδόν 2,000 χρόνια πριν, όταν ο Βουδισμός μεταδόθηκε από την Ινδία στην Κίνα, και οι Κινέζοι δανείστηκαν την Σβάστικα και την έννοια της τύχης που κουβαλούσε.

Γενικά, η σβάστικα, ή αγκυλωτός σταυρός, σχηματίζετε από ένα συνδυασμό από τέσσερα Γ ή τέσσερα L. Το σύμβολο αυτό είναι πανάρχαιο και το συναντάμε για πρώτη φορά σε αρχαϊκά ελληνικά αγγεία, στην αρχαία Ρώμη, σε βουδιστικά είδωλα, σε κινέζικα νομίσματα του 315 π.χ., σε ινδικά της Βόρειας Αμερικής και σε αιγυπτιακά ανάγλυφα.  Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η σβάστικα στην αρχαιότητα ήταν σύμβολο του Ήλιου και χρησιμοποιήθηκε σαν μέρος ενός ηλιακού ημερολογίου που αργότερα ξεχάστηκε η σημασία του.

Οι συμβολισμοί που πήρε κατά καιρούς ήταν τροχός της ζωής, τροχός του ήλιου, οι τέσσερις ακμές της πυξίδας, οι τέσσερις άνεμοι, σύμβολο της ινδιάνικης φυλής των Χόπι για την εμφάνιση τους στον κόσμο και άλλα. Η δεξιόστροφη σβάστικα συμβολίζει την ζωή και ονομάζεται με το ινδικό όνομα «σβάστικα». Η αριστερόστροφη συμβολίζει τον θάνατο σύμφωνα με την ανατολίτικη παράδοση και ονομάζεται κανονικά «σωβάστικα».  Στην αρχαία Ελλάδα συναντάται με το όνομα «γραμμάδων» (επειδή σχηματίζει ένα τετραπλό «Γ»).

Ο Σταυρός είναι Χριστιανικό σύμβολο; Ο σταυρός, αυτό το σύμβολο-έμβλημα της Χριστιανικής θρησκείας που μπροστά του γονατίζουν και προσκυνούν τόσους αιώνες εκατομμύρια πιστών Χριστιανών, είναι στην πραγματικότητα ένα από τα αρχαιότερα γνωστά σύμβολα -αρχαιότερο ακόμα και του κύκλου- άμεσα συνδεδεμένο με τις αρχαίες θρησκείες και λατρείες της Μεγάλης Μητέρας Θεάς Γης, του Θεού Ήλιου και της Θεάς Σελήνης.

Τις πρώτες εικόνες σταυρού τις συναντάμε σε σπηλιές της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, που χρονολογούνται την Λίθινη εποχή. Αργότερα, με την εμφάνιση των πρώτων –πρωτόγονων ακόμα- οργανωμένων κοινωνιών και θρησκειών, ο σταυρός έκανε την εμφάνισή του παγκοσμίως, σε κάθε περιοχή του πλανήτη μας, συμβολίζοντας τους εκάστοτε τοπικούς Θεούς. Κοσμούσε και κοσμεί μέχρι σήμερα ναούς ανά την υφήλιο και οι παραλλαγές του έφτασαν τις αρκετές δεκάδες. Υπήρξε σύμβολο της Μητέρας Γης (μέχρι και σήμερα, το κινέζικο ιδεόγραμμα για τη Γη είναι ένας ισοσκελής σταυρός μέσα σε τετράγωνο) και της ένωσης του Ουρανού με τη Γη (πρωταρχικών Θεών του πρωτόγονου ανθρώπου). Κατ’ επέκταση, έγινε σύμβολο της ζωής, της γονιμότητας, της αθανασίας, των 4 εποχών του χρόνου, των 4 στοιχείων της φύσης, των 4 ανέμων και των 4 κατευθύνσεων του ορίζοντα.

Τι είπε τελικά ο Κίσιγκερ για την Ελλάδα; Μια διαχρονική «δήλωση» υπήρξε αναμφίβολα η συνωμοτική θεωρία της δεκαετίας. Ο λόγος για την περιβόητη «δήλωση Κίσινγκερ», που -παρά την οφθαλμοφανή πλαστότητά της- περιφέρθηκε (και εν μέρει εξακολουθεί να περιφέρεται) ως μέγα ντοκουμέντο από ΜΜΕ σε ΜΜΕ, «αποδεικνύοντας»:
(α) ότι οι Ελληνες, ως τέτοιοι, αποτελούμε έναν από τους βασικούς στόχους των «σκοτεινών κέντρων» της παγκόσμιας πολιτικής, και
(β) ότι βασικό όχημα αυτής της επίθεσης συνιστά η προσπάθεια των παραπάνω σκοτεινών κύκλων να αποκοπεί ο «ελληνισμός» από τις «ρίζες» της γλωσσικής, θρησκευτικής, κ.λπ. παράδοσής του.

Ο ρόλος του ίδιου του Κίσινγκερ στην όλη μυθοπλασία είναι προφανής: εκτός από νεκροθάφτης της ενιαίας Κύπρου το 1974, ο μυστικοπαθής πάλαι ποτέ σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας και υπουργός Εξωτερικών του Νίξον έχει το επιπλέον «προσόν» της γερμανοεβραϊκής καταγωγής, που λειτουργεί προωθητικά για όσες συνωμοτικές θεωρίες δεν αρκούνται στον απλό αντιαμερικανισμό. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι πρώτο θύμα αυτής της παραφιλολογίας είναι η προσπάθεια για μια ορθολογική ανάλυση της ίδιας της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Ποιος είπε πρώτος ότι η Γη δεν είναι επίπεδη και ότι Κινείται; Μα φυσικά ο Γαλλιλαίος είπε πως δεν είναι επίπεδη και ο Κοπέρνικος είχε πει πως κινείται όπως μας μάθαιναν στα σχολεία. Πόσα λίγα ξέρουμε για τους προγόνους μας τελικά…  Από τον 7ο, όμως, π.κ.ε. αιώνα, πρώτος ο Θαλής ο Μιλήσιος κι έπειτα ο Αναξίμανδρος, ο Πυθαγόρας και ο Παρμενίδης υποστήριξαν ότι η Γη είναι στρογγυλή. Περίπου δύο αιώνες αργότερα, ο Αριστοτέλης επιβεβαίωσε και πειραματικά τις φιλοσοφικές θέσεις των προγενέστερων, όπως άλλωστε και ο Αρχιμήδης. Αλλά ο Γαλλιλαίος πήρε την δόξα!

Οι Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι προχώρησαν ακόμα περισσότερο και υποστήριξαν ότι η Γη δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Αντίθετα με τα όσα πίστευαν έως τότε, οι Πυθαγόρειοι απέδειξαν ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της και γύρω από τον Ήλιο. Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος είναι οι πρώτοι που συνέλαβαν τη μεγάλη αλήθεια. Όμως, ο Αριστοτέλης είχε αντίθετη άποψη κι αυτή τελικά επικράτησε. Πρώτος ο Κοπέρνικος, στις αρχές του 16ου αιώνα μ.κ.ε., επανέλαβε αυτά που ο Αρίσταρχος, ο Σάμιος είχε διδάξει πριν από 1.800 χρόνια: Η Γη δεν είναι ακίνητη. Κινείται γύρω από τον Ήλιο και γύρω από τον άξονα της. Κέντρο του Σύμπαντος είναι ο Ήλιος.

Πόσο διαρκεί μια μέρα; Δεν μπορεί, κάπου θα το έχετε ακούσει πως δεν διαρκεί 24 ώρες. Ως ημέρα, ορίζεται ο χρόνος που απαιτείται για μια πλήρη περιστροφή της Γης γύρω από τον άξονα της. Η περιστροφή αυτή λοιπόν, λόγω της τριβής που προκαλείται από τις παλίρροιες, τα καιρικά φαινόμενα και τα γεωλογικά επεισόδια, μπορεί να είναι 50 δευτερόλεπτα λιγότερα ή περισσότερα από 24 ώρες!
Read More 0 comments

Κυριακή 23 Ιουνίου 2024

Μύθοι των Θεών για να Ζεις, άλλη μία Ψευδαίσθηση! Χωρίς αμφιβολία, σημαντικός φορέας της αρχαίας Ελληνικής θρησκείας είναι ο μύθος, η μυθολογία με την οποία μεγάλωσαν αρκετές γενιές και τότε, αλλά και σήμερα. Ο Δυτικός όμως πολιτισμός εδώ και χρόνια αντί να κατανοήσει ότι αυτοί οι μύθοι δεν παίζουν κανένα άλλο ρόλο παρά να διδάξουν τον ίδιο τον άνθρωπο, ότι αφορούν αυτόν άμεσα, αυτόν και τους κατ’ όνομα θεούς του, αντιμετωπίζει το μύθο σαν μία ανθολογία ευχάριστων ιστοριών που οι καλύτερες από αυτές φθάνουν στο κινηματογραφικό πανί με ή χωρίς γυαλιά 3D.
Χωρίς να απορρίπτουμε και αυτή τη διάσταση στον αρχαίο ελληνικό μύθο ή τον ρόλο των θεών μέσα σε αυτό, οι μύθοι αποτελούν αφηγήσεις με τη διαφορά ότι ενσωματώνουν και έναν υπερβατικό χαρακτήρα, δηλαδή προσπαθούν να εξηγήσουν τη σχέση του ανθρώπου με τις δυνάμεις εκείνες που δρουν και υπάρχουν εκτός του πεδίου της δράσης του.
Ένας από τους πιο αναγνωρισμένους μελετητές του Ελληνικού μύθου, ο Joseph Campell στην ερώτηση γιατί η μυθολογία είναι τόσο σημαντική απαντάει: «[ο μύθος] σε φέρνει σε επαφή με ένα πεδίο γνώσης που είναι εκτός από εσένα, εκτός από την ίδια σου την ύπαρξη, το ίδιο σου το είναι. Αποκαλύπτει το απόλυτο μυστήριο της ύπαρξης και της ανυπαρξίας και ξεπερνά όλη τη γνώση και τη σκέψη.
Ο τρόπος που λειτουργούν τα μυθολογικά σύμβολα είναι να σας δώσουν την αίσθηση ότι: Α, ναι! Το αναγνωρίζω αυτό στον εαυτό μου!»…Παρόλο αυτά, το να αναζητούμε την αλήθεια στον μύθο είναι λίγο παραπλανητικό γιατί όταν μιλάμε για την αλήθεια θεωρούμε ότι είναι κάτι που μπορούμε να το αντιληφθούμε χειροπιαστά. Όμως δεν λειτουργεί καθόλου με αυτόν τον τρόπο.»
Αυτό ίσως να είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα των μυαλών του 20ου αιώνα, η σύγχυση μεταξύ επιστήμης και ιστορίας. Ο μύθος χρησιμοποιεί μία εικονογραφία ή διαφορετικά έναν συμβολισμό για να διηγηθεί αυτά που δεν μπορούν να περιγραφούν διαφορετικά, και τότε είναι που ο σύγχρονος νους επιχειρεί να μεταφράσει αυτά όχι με έναν συμβολικό τρόπο, αλλά μέσω εμπειρίας.
Τα σύμβολα και τα δρώμενα του μύθου ντύνονται με το ένδυμα της ιστορικής αναφοράς γεγονός όμως που ακυρώνει την ίδια τη φύση του συμβόλου το οποίο εξακολουθεί να λειτουργεί σε ένα πεδίο ερμηνείας και ύπαρξης μέσα στον ίδιο τον παρατηρητή. Μαθαίνοντας το μύθο μαθαίνεις για τον ίδιο το ρόλο σου μέσα σε αυτόν τον κόσμο της δημιουργίας.
 ”Ο μύθος λειτουργεί σαν μία διαφάνεια μπροστά στα μάτια του παρατηρητή μέσω της οποίας θα μπορέσει να περιγράψει την υπερβατικότητα της ίδιας της ύπαρξής του. Αν ένας οποιοσδήποτε θεός μπει μπροστά από αυτή τη διαφάνεια, (δηλ. η αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να αντιληφθεί τον κόσμο του με έναν συμβολικό τρόπο) τότε αποκόβει τον άνθρωπο από αυτή την υπερβατικότητα και τον μετατρέπει σε έναν πιστό ακόλουθο και λατρευτή που δεν έχει ούτε μπορεί κατά διάνοια να εισχωρήσει στο ίδιο το μυστήριο της ύπαρξής του.
Νοσεί με λίγα λόγια από από την παθολογία της θεολογίας και της επιστημονικότητας, την παθολογία της πραγματικότητας των πέντε αισθήσεων, την παθολογία της ερμηνείας σύμφωνα με το ιερό βιβλίο είτε θρησκευτικό είτε επιστημονικό, την παθολογία της σωστής ερμηνείας της λέξης που είναι φυσικά δογματικά μία και μοναδική.”
Δεν είναι τυχαίο που σε κάθε μυθολογία του κόσμου δεν υπάρχει ένα ενιαίο και αδιάσπαστο σώμα ιστοριών, παρά συναντάμε ένα πλήθος παραλλαγών τις οποίες οι αρχαίοι δεν ασχολήθηκαν ποτέ να τις κανονικοποιήσουν σε ένα συγκεντρωτικό έργο όπως μετέπειτα έγινε με τη Βίβλο.
Ο μύθος έχοντας ουσιαστικά τέσσερεις αρκετά ενεργούς ρόλους—μυστικιστικό, κοσμολογικό, κοινωνιολογικό και διδακτικό—εμπεριέχει μία δυναμική που αν συνδυαστεί με την εσωτερική δύναμη του κάθε ατόμου μπορεί να υποστηρίξει άξια την πορεία του σε αυτή τη ζωή. Πολλοί από εμάς ακολουθούμε πιστά διάφορους μύθους που άκριτα υιοθετήσαμε, τους λατρεύουμε τους πιστεύουμε ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι εκείνοι που βρίσκονται σε αρμονία με την ίδια μας την ύπαρξη, αλλά σε συμφωνία με τις τσέπες κάποιων αυτοαποκαλούμενων ερευνητών-διδασκάλων, θρησκευτικών, πολιτικών, επιστημονικών κτλ. Ο μύθος δεν έχει σκοπό να δέσει την αντίληψη του ανθρώπου, αλλά εφόσον γνωρίσει εκείνα τα ερεθίσματα και τις εικόνες που τον εμπνέουν να τον στηρίξει διαμορφώνοντας τη δική του προσωπική μυθολογία.
Σημαντικό κομμάτι ενός μύθου είναι το δρώμενο, η πράξη ή διαφορετικά εκείνη η αναπαράσταση που σκοπό έχει να ενθυμίσει στον θεατή ποια είναι η θέση του μέσα στο σύμπαν. Αν και σήμερα μπορεί να μην πράττουμε τα ίδια δρώμενα της αρχαίας Ελλάδας ή να συμμετέχουμε σε αυτά, η ίδια η ζωή και πολύ περισσότερο οι πράξεις μας λειτουργούν σαν ένα δρώμενο. Ακόμα και η ετοιμασία του καθημερινού μας φαγητού είναι μία πράξη, ένα είδος τελετουργικού που αποκτά και ένα κοινωνικό χαρακτήρα όταν σε ένα δείπνο συμμετέχουν και οι φίλοι μας.
Αν και ποτέ δεν το πολυσκεφτόμαστε αυτό όταν τρώμε, ότι κάνουμε δηλαδή κάτι αρκετά σημαντικό στην πραγματικότητα κάθε φορά συμβαίνει αυτό, συμμετέχουμε σε ένα δρώμενο που ταυτόχρονα δεν έχουμε και επίγνωση του τι κάνουμε (αν και δεν θα έπρεπε παντα να συμβαίνει αυτό) και δεν αντιλαμβανόμαστε τις επιμέρους προεκτάσεις αυτής της πράξης.
Ο άνθρωπος μπορεί λόγω του πεπερασμένου της φύσης του να μην είναι ικανός να αντιληφθεί άμεσα όλες αυτές τις λεπτές ενέργειες που τον περιτριγυρίζουν, αλλά μπορεί να τις νιώσει μέσα από την ίδια του την εμπειρία και τις πράξεις ή τα δρώμενα στα οποία αποφασίζει να συμμετάσχει. Ο μύθος όπως αναφέραμε τον βοηθάει σαν ένα εργαλείο να δώσει μορφή σε αυτή την υπερβατικότητα, να την περιγράψει και να την κατανοήσει όσο αυτό είναι δυνατό, για αυτό το λόγο είναι πάντα εύκαμπτος, εύπλαστος και όχι δογματικός. Πού βρίσκονται όμως οι θεοί σε όλο αυτό το δρώμενο;
Στην τραγωδία του Ευριπίδη, Ηρακλής, ο ομώνυμος ήρωας, γιος του Δία και μίας θνητής, θα έλεγε κανείς πως πράττοντας τους άθλους του εξασφάλισε για πολλούς ανθρώπους μία πιο ήρεμη ζωή στην οποία μπορούσαν καλύτερα να προσφέρουν θυσίες στους θεούς τους. Παρόλα αυτά, η Ήρα γεμάτη ζήλεια για τα ερωτικά παραπτώματα του συζύγου της τρελαίνει τον Ηρακλή και τον παρακινεί παρά τη θέλησή του να σκοτώσει την αγαπημένη του γυναίκα και τα παιδιά του.
Ο ίδιος ο Ηρακλής αρνείται να δεχθεί αυτό που έχει γίνει και μέσα από τα λόγια του ποιητή αναφωνεί: «Τα βάσανά μου έχουν φθάσει στα όριά τους. Δεν πιστεύω ότι οι θεοί διακατέχονται από σφοδρή επιθυμία για παράνομες σχέσεις ή ότι αλυσοδένουν ο ένας τον άλλον…. Αυτός ο θεός που είναι πραγματικός θεός δεν έχει ανάγκη υλικών αγαθών. Όλα αυτά είναι απλά παραμύθια για τους ποιητές.»
Με λίγα λόγια ο Ηρακλής ποσώς ενδιαφέρεται για τα παιχνιδάκια που παίζουν οι θεοί μεταξύ τους—στα οποία είναι και το θύμα—για τον πολύ απλό λόγο πως όλα αυτά δεν τον βοηθούν στο να μάθει πώς πρέπει να ζει. Αν το σκεφτεί κανείς διαφορετικά, ακόμα και η αθανασία που τάζουν οι θεοί στους ήρωες δεν είναι τίποτα άλλο από την θέση που θα αποκτήσει ο ήρωας μόνος του, δηλ. εκείνη της λατρείας του ήρωα σαν ανάμνηση, υπενθύμιση και παράδειγμα προς μίμηση για τις επόμενες γενεές.
  “Με λίγα λόγια οι ίδιοι οι άνθρωποι έχουν την υποχρέωση να φτιάξουν τον δρόμο τους και να φανούν ανώτεροι από τους ίδιους εκείνους τους ασήμαντους θεούς τους, ενώ παράλληλα αποδεικνύουν ότι στην ουσία δεν υφίστανται—τουλάχιστον σαν πραγματικοί θεοί.”
Στην καλύτερη περίπτωση λοιπόν η αρχαία Ελληνική θρησκεία—αν αυτή είναι η σωστή λέξη που την περιγράφει, ή μήπως όχι;—αφήνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα αφού επιτρέπει στους θνητούς να ξεδιπλώσουν το χαρακτήρα τους. Είναι ένα σύνολο συμπεριφοράς για εκείνους που μπορούν να φέρουν ευθύνες παρά να καρπώνονται αγαθά και να λαμβάνουν απολαβές και τιμές. Δεν υπάρχει ενιαίο δόγμα ή θεολογική συνάφεια, δεν υπάρχει αγία έδρα, ισχυρό ιερατείο, δεν υπάρχει μία και μοναδική πίστη και ασφαλώς καμία εξασφάλιση ότι ο θεός του καθενός θα συμπεριφερθεί σωστά (αλήθεια τι ακριβώς σημαίνει αυτό το τελευταίο).
Ο Campbell θα έλεγε ότι οι Ελληνικοί θεοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία άλλη ράτσα ανθρώπων και θα θεωρούσε για παράδειγμα την επίσκεψη του Οδυσσέα στο νησί του θεού Ήλιου εκείνη τη στιγμή που ο ήρωας φθάνει στο ύψιστο σημείο της φώτισής του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του. Από τις πρώτες ραψωδίες της Ιλιάδας ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται άμεσα ότι όλοι αυτοί οι ήρωες δεν μπορούν να καταφέρουν σχεδόν τίποτα από μόνοι τους αν δεν βοηθηθούν σε σημαντικό βαθμό από τους θεούς τους ή τις επιπτώσεις των πράξεών τους. Το παράδειγμα του Αχιλλέα είναι χαρακτηριστικό.
Η θέση του να αποσυρθεί από τη μάχη σαν αντίποινα για την αρπαγή της Βρισηίδας από τον Αγαμέμνονα θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο την έκβαση του πολέμου, αλλά οδηγεί και στο θάνατο του καλύτερού του φίλου, του Πατρόκλου. Από τους πρώτους στίχους του προοιμίου μας πληροφορεί ο ποιητής πως όλα γίνονται σύμφωνα με τις επιταγές του Δία, «Διός ετελείωτο βουλη.»
Οι θνητοί στην Ιλιάδα βρίσκονται μέσα σε μία συνεχή ομίχλη για το τι πραγματικά συμβαίνει εφόσον οι θεοί παίρνουν μέρος στον πόλεμο μεταμφιεσμένοι, παρεμβαίνουν για να σώσουν τους αγαπημένους τους ήρωες και κάποιες φορές τραυματίζονται (ναι, αν και αθάνατοι συμβαίνει και αυτό).
Άλλες φορές γίνονται παρεμβατικοί στέλνοντας όνειρα στους θνητούς είτε για να τους εμψυχώσουν είτε για να τους παραπλανήσουν και άλλες φορές στέλνουν οιωνούς που οι θνητοί επιβάλλεται να τους λάβουν πάρα πολύ σοβαρά.
Σε άλλες πτυχές της ανθρώπινης ζωής μαθαίνουμε ότι οι θνητοί πριν κάποιο σημαντικό ξεκίνημα πρέπει να έχουν την εύνοια των θεών και μερικοί από αυτούς είναι ακόμα και σε θέση να προβλέψουν το μέλλον για αυτούς μέσω αντιπροσώπων σε μαντεία. Αλήθεια γιατί ένας θεός όπως ο Απόλλωνας να μιλάει με γρίφους στο μαντείο του στους Δελφούς και πόσο μάλλον να προβλέπει το μέλλον αν δεν το ξέρει ήδη όντας ένας θεός; Μία απάντηση σε αυτό δίνει ο φιλόσοφος Ηράκλειτος λέγοντας ότι ο Απόλλωνας ούτε αποκαλύπτει, αλλά ούτε και κρύβει την αλήθεια. Στέλνει οιωνούς.»
Συνοψίζοντας οι αρχαίοι Ελληνικοί θεοί είναι απόμακροι και μιλούν με γρίφους ή στην χειρότερη περίπτωση εξαπατούν τους θνητούς επίτηδες. Είναι θεοί που τους παραπλανούν και καμιά φορά τους αφαιρούν τη ζωή, θεοί που δεν δίνουν πάντα τις καλύτερες συμβουλές στους θνητούς-πιστούς τους και παίρνουν ενεργό μέρος σε πολέμους ευνοώντας την μία ή την άλλη παράταξη. Κανένας αρχαίος Έλληνας, αλλά ούτε και Ρωμαίος θα ήταν φυσικά σε θέση να θεωρήσει ότι οι θεοί του έδιναν μεγάλη σημασία και ενδιαφέρονταν ουσιαστικά για την ανθρωπότητα.
Εκείνοι οι θεοί που βρίσκονταν στις υψηλές θέσεις τις ιεραρχίες κατοικούσαν απομονωμένοι μακριά από τους θνητούς στον Όλυμπο. Αν και καμιά φορά κάποιους από αυτούς έδειχνε συναισθήματα αγάπης και προστασίας απέναντι σε ορισμένους διαλεχτούς θνητούς, ιδιαίτερα εκείνους με τους οποίους είχαν κάνει παιδιά μαζί τους, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή τους η πράξη είναι ανιδιοτελής. Συνήθως ένας θεός ή θεά ερωτεύεται έναν ωραίο θνητό ή θνητή, κάνουν ένα παιδί και αργά ή γρήγορα (μάλλον γρήγορα) τους εγκαταλείπουν.
Ακόμα και στην περίπτωση της θεάς Αθηνάς και του πολυαγαπημένου της ήρωα Οδυσσέα δεν βρίσκεται εκείνη πάντα για αυτόν όταν τη χρειάζεται. Πάντα παίρνει τη μορφή θνητής μπροστά του και ενώ τον διαβεβαιώνει ότι δεν θα τον εγκαταλείψει ποτέ, τον αφήνει στην τύχη του γιατί δεν μπορεί να αντιταχθεί στην οργή του θείου της Ποσειδώνα. Τα ομηρικά έπη παρουσιάζουν με τον καλύτερο τρόπο τι είναι οι θεοί και γιατί είναι τόσο διαφορετικοί από τους θνητούς.
“Έχουν σκοπό να δείξουν ποια είναι τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης, το μέγεθος της άγνοιας που έχουν οι θνητοί εφόσον οι θεοί παίζουν μαζί τους, αλλά και κάτι αρκετά σημαντικό: παρουσιάζουν ότι κάθε φορά που ο ήρωας φθάνει στο έσχατο σημείο της καταστροφής του εξαθλιωμένος με αυτά που τον έχουν βρει καθόλου τυχαία και είναι έτοιμος να ενεργοποιηθεί είτε για να πάρει εκδίκηση, είτε για να πάρει τη ζωή στα χέρια του, πάντα στη γωνία τον περιμένει ένας θεός να τον σταματήσει, να τον κάνει να σκεφθεί λογικά, να του προσφέρει υποστήριξη, να τον ελέγξει και να τον κάνει—για κάποιους από τους πιο τυχερούς—«αθάνατο.»”
Η περίπτωση της Αθηνάς με τον Οδυσσέα, αλλά και τον Ηρακλή όπως αναφέραμε πιο πάνω είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό του Οιδίποδα που από τη στιγμή που γεννήθηκε οι θεοί όχι μόνο τον σπρώχνουν προς την καταστροφή με κάθε δυνατό τρόπο, όχι μόνο επιτρέπουν να γίνουν αυτά τα εγκλήματα που έκανε, αλλά του έχουν στερήσει ίσως το πολυτιμότερο αγαθό: την ίδια του την ταυτότητα. Και το δράμα για την οικογένεια του Οιδίποδα δεν σταματάει εδώ: πολύ σωστά ο Σοφοκλής αναφέρει στην τραγωδία του «Αντιγόνη» ότι ο ένας φόνος θα φέρει τον άλλον μέχρι που οι θεοί να καταστρέψουν ολόκληρη την οικογένεια.
Μπορεί πολλοί από εσάς να αναρωτιέστε ήδη τι μπορεί να διδάξει ο μύθος, παρά το να κλειστεί κάποιος στο σπίτι του προσπαθώντας να μείνει αδρανής. Στις Βάκχες του Ευριπίδη διαβάζουμε ότι το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να «διατηρείτε το μέτρο και προσφέρετε δεήσεις, προσευχές και τιμές στους θεούς. Αυτή είναι και η καλύτερη θέση που μπορούν να υιοθετήσουν οι θνητοί.» Ενδεχομένως αυτή η συμβουλή να είναι συνετή, αλλά γίνεται να την ακολουθήσει κάποιος; Πώς μπορεί να γνωρίζει κάποιος τι είναι μέτρο, αν και εφόσον είμαστε θνητοί συνήθως διαπράττουμε σφάλματα;
 "Πώς μπορεί κάποιος να γνωρίζει τη βούληση των θεών αν τα μηνύματα που στέλνουν είναι αμφιλεγόμενα, αν οι θεοί δεν εμφανίζονται ποτέ και ακόμα και αν εμφανιστούν ανάμεσά μας μπορεί να μην είναι και η πιο σωστή κίνηση είτε να τους μιλήσουμε είτε να τους κοιτάξουμε; (δες την ιστορία του Ακταίονα).
Γιατί λοιπόν οι θεοί δεν βοηθούν τους ανθρώπους να απελευθερωθούν από την άγνοιά τους; Ίσως αυτό συμβαίνει γιατί αυτό που ονομάζουμε θεοί δεν υπάρχουν για αυτό το λόγο. Γιατί μπορεί ο Δίας και όλη του η οικογένεια ή οι αντίστοιχοι θεοί που έχουν τη δύναμη να μη δημιούργησαν αυτή την ανθρωπότητα. Πολύ απλά την κληρονόμησαν όπως και οι προκάτοχοί τους. Σε καμία περίπτωση αυτοί οι θεοί δεν έσκυψαν με αγάπη ή ανάλογα συναισθήματα πάνω από αυτή την ανθρωπότητα, δες το μύθο του Προμηθέα και της Πανδώρας.”
Οι μύθοι λοιπόν, ένας συνδυασμός ρεαλιστικότητας και φαντασίας είναι ένας τρόπος όπου επιβεβαιώνει ότι ο κόσμος αυτός δεν είναι δίκαιος, ακόμα και αν κάποιος έχει δίκιο (βλέπε την περίπτωση της Αντιγόνης) και ότι η ίδια η ζωή δεν είναι καθόλου εύκολη και εξαιρετικά μίζερη για τους θνητούς. Μία εξαιρετική σκηνή από τον Όμηρο που δείχνει στον αναγνώστη ότι σε ύστατες στιγμές πόνου και δυστυχίας κανένας ήρωας δεν στρέφει τη σκέψη του προς τους θεούς του είναι όταν ο βασιλιάς της Τροίας, Πρίαμος πηγαίνει σαν ικέτης στον Αχιλλέα για να ζητήσει το νεκρό σώμα του γιου του, Έκτορα για ταφή. Εκεί ο Αχιλλέας αφηγείται μία ιστορία στον Πρίαμο, για δύο πιθάρια που έχει ο Δίας. Το ένα πιθάρι είναι γεμάτο καλά πράγματα και το άλλο αντίθετα γεμάτο με κακό.
Ο Δίας έχει την ικανότητα να δώσει τους ανθρώπους λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο περιεχόμενο ή μόνο κακό. Το ίδιο το κείμενο επιβεβαιώνει ότι η απόλυτη ευτυχία δεν είναι προνόμιο των θνητών. Και εκείνη τη στιγμή που κανένας θεός δεν μπορεί να συμπάσχει μαζί με έναν θνητό για τις δυστυχίες του, είναι ο Αχιλλέας που παρηγορεί τον Πρίαμο όταν εκείνος του φιλάει τα χέρια που σκότωσαν πολλούς από τους γιους του. Ακόμα και στο τέλος του Οιδίποδα μετά την τύφλωσή του ζητάει τις κόρες του να τον συνοδεύσουν.
Ακόμα και στην περίπτωση που οι θεοί συγκινηθούν για το χαμό κάποιου θνητού, οπως στην περίπτωση του Δία που έχυσε δάκρυα αίματος για τον επικείμενο θάνατο του γιου του Σαρπηδόνα, ο τελευταίος δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι αυτό γίνεται προς τιμήν του.
Ένα από τα πράγματα, λοιπόν που ο αρχαίος Ελληνικός μύθος διδάσκει είναι η υπευθυνότητα που πρέπει να έχει κάποιος απέναντι στον εαυτό του για αυτό και πρόκειται για ένα σύστημα που απευθύνεται σε όχι μικρούς ανθρώπους, ένα σύστημα που θα σε φορτώσει με πολύ περισσότερες υποχρεώσεις, παρά τιμές. Είναι ένας δρόμος που στο βάθος του δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να ενθαρρύνει τους ήρωες να αμφισβητούν τους θεούς γιατί η ίδια αυτή η πράξη τούς βοηθήσει να ορίσουν και κατανοήσουν τα ανθρώπινα όριά τους.
Είναι ξεκάθαρο ότι παρά τις εμφανείς διαφορές του τότε και του σήμερα αυτές οι ίδιες ιστορίες αποτελούν έναν αρκετά καλό οδηγό και σύμβουλο αρκεί να μην περιμένετε να έρθετε σε επαφή με αυτές μέσω του κινηματογράφου, αλλά διαβάζοντας αυτές αυτούσιες. Είναι πολύ καλύτερο βάζετε εσείς οι ίδιοι τα όρια της δράσης σας ακόμα και αν αυτά είναι κάποιες φορές πεπερασμένα από να σας τα βάζουν κάποιοι συνεχώς δογματικά και αυθαίρετα.
Διάβασε τους μύθους με μάτια γεμάτα θαυμασμό καθώς οι μύθοι αποκαλύπτουν κοσμικά μηνύματα. Διάβασε τους μύθους χρησιμοποιώντας τον ενεστώτα χρόνο: η αιωνιότητα είναι το Τώρα. Διάβασε τους μύθους στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: ο μύθος ζει ακόμα μέσα σου. Κάθε μύθος που έχει αξία εκπέμπει και σήμερα έναν μαγνητισμό. Παρατήρησε τις εικόνες και τις ιστορίες οι οποίες σε ελκύουν και εκείνες που σε απωθούν.
Ψάξε να βρεις για επαναλαμβανόμενα πρότυπα, αλλά μη χαθείς σε λεπτομέρειες. Σπάσε τους παρωχημένους τρόπους σκέψεις και άνοιξε τους ορίζοντές σου: η μυθολογία βρίσκεται παντού και αναπαράγεται παντού δρώντας σαν ένας συνεκτικός κρίκος συνεργειακά και τελετουργικά. Να θυμάσαι ότι οι μύθοι είναι δημόσια όνειρα και τα όνειρα προσωπικοί μύθοι.
Read More 0 comments

Σάββατο 8 Ιουνίου 2024

Πέρα από το δέος και το θάμβος που προκαλεί το θείον, η Ελληνική θρησκεία εμφανίζεται ως μία ευρύτατη συμβολική κατασκευή, σύνθετη αλλά με συνοχή, που επιτρέπει στη σκέψη, όπως και στο συναίσθημα, να εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδά της, περιλαμβανομένης της λατρείας. Ο μύθος παίζει κι αυτός τον ρόλο του σ’ αυτό το σύνολο, όπως και οι τελετουργικές πρακτικές και οι μορφές με τις οποίες εικονίζεται το θείον.


  1. >Μύθος,
  2. >Τελετουργία,
  3. >Εικαστική αναπαράσταση,
…αυτοί είναι οι τρεις τρόποι – λόγος, δράση, εικόνα – μέσω των οποίων δηλώνεται η θρησκευτική εμπειρία των Ελλήνων.
Κάθε Πάνθεον, όπως το Ελληνικό Πάνθεον, προϋποθέτει ένα πλήθος θεοτήτων, κάθε θεότητα έχει το δικό της ρόλο, το δικό της πεδίο, τους ιδιαίτερους τρόπους δράσης της, τη δική της μορφή εξουσίας. Οι θεότητες αυτές, οι οποίες στις μεταξύ τους σχέσεις συγκροτούν μια ιεραρχημένη κοινωνία Θεών, όπου οι ιδιότητες και τα προνόμια αποτελούν αντικείμενο μιας αρκετά αυστηρής κατανομής, αναγκαστικά περιορίζουν η μία την άλλη, ενώ ταυτόχρονα αλληλοσυμπληρώνονται. Το θείον στον Πολυθεϊσμό δεν συνεπάγεται τη μοναδικότητα, αλλά ούτε την και την παντοδυναμία, την παντογνωσία, την αιωνιότητα ή το απόλυτο. Το πλήθος αυτό των θεών βρίσκεται εντός του κόσμου, αποτελεί μέρος του.
   Οι θεοί δεν δημιούργησαν τον κόσμο με μια πράξη η οποία, στην περίπτωση του ενός και μοναδικού    θεού, δηλώνει την απόλυτη υπερβατικότητά του ως προς ένα έργο του οποίου η ύπαρξη εκπορεύεται    ολοκληρωτικά από  αυτόν. 
     Οι θεοί γεννιούνται από τον κόσμο. Το γένος εκείνων στους οποίους οι Έλληνες αφιερώνουν μια λατρεία, τη  λατρεία των Ολύμπιων θεών, εμφανίζεται ταυτόχρονα με το σύμπαν. Καθώς διαφοροποιείται και ταξινομείται παίρνει την τελειωμένη μορφή του οργανωμένου κόσμου.
Υπάρχει, επομένως, μέρος του θείου στον κόσμο, όπως υπάρχει μέρος του κοσμικού στις θεότητες. Με τον τρόπο αυτό η λατρεία δεν θα μπορούσε να αναφέρεται σε ένα ον ριζικά υπερκόσμιο, του οποίου ο τρόπος ύπαρξης δεν θα είχε τίποτα κοινό με οτιδήποτε ανήκει στη φυσική τάξη, στο φυσικό σύμπαν, στην ανθρώπινη ζωή, στην κοινωνική ύπαρξη. Αντίθετα, η (πολυθεϊστική) λατρεία μπορεί να απευθύνεται σε κάποια άστρα, όπως η Σελήνη, ή στην Αυγή, στο φως του Ήλιου, στη Νύχτα, σε μια πηγή, σε ένα ποτάμι, σε ένα δένδρο, στην κορφή ενός βουνού, όπως και σε ένα συναίσθημα, ένα πάθος (Αιδώς, Έρως), σε μια ηθική ή νομική έννοια (Δίκη, Ευνομία). Όχι ότι πρόκειται κάθε φορά για θεότητες στην κυριολεξία, αλλά όλες, στον χώρο που τους ανήκει, δηλώνουν το θείον με τον ίδιο τρόπο που παριστάνει την θεότητα το λατρευτικό είδωλο.
Με την παρουσία του σε έναν κόσμο πλήρη θεών, ο Έλληνας άνθρωπος δεν διακρίνει ως δύο αντίθετους χώρους το φυσικό και το υπερφυσικό. Και τα δύο παραμένουν άρρηκτα συνδεδεμένα. Μπροστά σε κάποια φαινόμενα του κόσμου βιώνει το ίδιο αίσθημα ιερότητας που δοκιμάζει στη συναλλαγή του με τους Θεούς, κατά τις τελετές που τον φέρνουν σε επαφή μαζί τους.
Δεν πρόκειται για μια θρησκεία της φύσης, οι θεοί των Ελλήνων δεν αποτελούσαν προσωποποιήσεις φυσικών δυνάμεων ή φαινομένων. Είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Ο κεραυνός, η καταιγίδα, οι υψηλές κορυφές δεν είναι ο Δίας, αλλά του Διός. Του Διός που είναι πέραν αυτών, εφόσον τα περικλείει όλα στους κόλπους μιας Δύναμης που αγγίζει πραγματικότητες, όχι πλέον φυσικές, αλλά ψυχολογικές, ηθικές ή θεσμικές.
   Αυτό που κάνει μια Δύναμη θεότητα είναι το γεγονός ότι συγκεντρώνει υπό την εξουσία της μια πληθώρα    «εκδηλώσεων», εντελώς διακριτών για μας, τις οποίες όμως ο Έλληνας οικειοποιείται διότι βλέπει σε αυτές την  έκφραση μιας και μόνης εξουσίας που ασκείται στα πιο διαφορετικά πεδία. Αν ο κεραυνός ή υψηλές κορυφές είναι  του Διός, αυτό συμβαίνει διότι ο Θεός εκδηλώνεται στο σύνολο του σύμπαντος κόσμου με όλα εκείνα τα στοιχεία  που φέρουν την σφραγίδα μιας εμφανούς ανωτερότητας, μιας υπεροχής.
   Ο Δίας δεν είναι φυσική δύναμη. Είναι άρχων κυρίαρχος, κάτοχος εξουσίας με όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να  λάβει. 
 Ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων δεν στηρίζεται σε κάποια «θεϊκή αποκάλυψη».
Η προσκόλληση στη θρησκευτική παράδοση στηρίζεται στη χρήση (στα προγονικά ανθρώπινα έθιμα, τους νόμους). Όπως η γλώσσα, ο τρόπος ζωής, τα έθιμα του φαγητού και της ένδυσης, η στάση και η συμπεριφορά των ανθρώπων στις ιδιωτικές και δημόσιες συναναστροφές τους, έτσι κι η λατρεία δεν έχει ανάγκη άλλη αιτιολόγηση από την ύπαρξή της. Από την στιγμή που οι άνθρωποι την ασκούν, είναι ήδη αιτιολογημένη. Εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες κατάφεραν εξαρχής να οργανώσουν τη σχέση τους με το θείον. Το να αποκλίνουν από αυτό θα σήμαινε αυτομάτως ότι παύουν ξαφνικά να είναι ο εαυτός τους.
Ανάμεσα στο θρησκευτικό από τη μία και το κοινωνικο-ιδιωτικό και πολιτικό από την άλλη, δεν υπάρχει, επομένως, αντίθεση ή ξεκάθαρη τομή, όπως επίσης δεν υπάρχει ανάμεσα σε υπερφυσικό και φυσικό, θεϊκό και κοσμικό. Η Ελληνική θρησκεία δεν συνιστά ένα τμήμα ξεχωριστό, κλεισμένο στα όριά του, το οποίο θα ερχόταν να επιβληθεί πάνω στην οικογενειακή, επαγγελματική, πολιτική ζωή ή πάνω στον ελεύθερο χρόνο των ανθρώπων, δίχως να συγχέεται με αυτά.
Αν έχουμε το δικαίωμα να μιλάμε, όσον αφορά την αρχαϊκή και κλασσική Ελλάδα, για «θρησκεία της πόλεως», είναι διότι σε αυτήν το θρησκευτικό περιλαμβάνεται μέσα στο κοινωνικό και, αντίστοιχα, το κοινωνικό, σε όλα τα επίπεδα και στην ποικιλία των εκφάνσεών του, διαποτίζεται από το θρησκευτικό.
Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο συνέπειες. Σε αυτόν τον τύπο θρησκείας το άτομο ως άτομο δεν κατέχει κεντρική θέση. Δεν μετέχει στη λατρεία ως πρόσωπο, ως ένα ιδιαίτερο ον υπεύθυνο για τη σωτηρία της ψυχής του. Αναλαμβάνει τον ρόλο που του αναθέτει η κοινωνική του υπόσταση, άρχων, πολίτης, μέλος της φατρίας, γυναίκα ηλικιωμένη, νεαρό άτομο (αγόρι ή κορίτσι) στα διάφορα στάδια της ένταξής του στην ωριμότητα. Θρησκεία που καθιερώνει μια συλλογική τάξη και η οποία ενσωματώνει σε αυτήν, στη θέση που τους αρμόζει, τα διάφορα συστατικά της στοιχεία.
Θρησκεία όμως που αφήνει εκτός πεδίου της την μέριμνα για τον καθένα ξεχωριστά ως πρόσωπο, την πιθανή αθανασία του, την μοίρα του πέραν του θανάτου. Ακόμα και στα μυστήρια, όπως για παράδειγμα στα Ελευσίνια μυστήρια, όπου οι μυημένοι λαμβάνουν από κοινού την υπόσχεση για μια καλύτερη τύχη στον Άδη, δεν ασχολούνται με την ψυχή, δεν υπάρχει τίποτα που να φανερώνει έναν προβληματισμό γύρω από τη φύση της ψυχής ή μια σειρά πνευματικών ασκήσεων για τον εξαγνισμό της.
Ο πιστός δεν συνάπτει, επομένως, μια προσωπική σχέση με την θεότητα. Ένας θεός υπερβατικός, ακριβώς επειδή βρίσκεται εκτός του κόσμου τούτου, μακριά από την επίγεια ζωή, μπορεί να βρει στα βάθη της ψυχής κάθε πιστού, αν η ψυχή του έχει κατάλληλα προετοιμαστεί από την θρησκεία, έναν χώρο πρόσφορο για επαφή και επικοινωνία. Οι θεοί των Ελλήνων δεν είναι πρόσωπα αλλά Δυνάμεις.
Η λατρεία τους αποδίδει τιμές επειδή ακριβώς κατέχουν μια θέση υπεροχής. Αν και ανήκουν στον ίδιο κόσμο με τους θνητούς, αν κι έχουν κατά κάποιον τρόπο κοινή την καταγωγή τους, αποτελούν ένα γένος που, απαλλαγμένο από όλα τα αρνητικά χαρακτηριστικά που συνοδεύουν τα θνητά όντα -αδυναμία, μόχθους, πάθη, αρρώστιες, θάνατο-, δεν ενσαρκώνει το απόλυτο ούτε το αιώνιο, αλλά το σύνολο των αξιών που αποτελούν τα αγαθά της ύπαρξής μας πάνω σ’ αυτήν την γη, την ομορφιά, τη δύναμη, την αιώνια νεότητα, μια ζωή γεμάτη δόξα και λαμπρότητα.
Το να λέει κανείς ότι η σφαίρα του πολιτικού είναι διαποτισμένη από το θρησκευτικό στοιχείο, ισοδυναμεί με το να αναγνωρίζει ταυτόχρονα ότι και η σφαίρα του θρησκευτικού είναι συνδεδεμένη με το πολιτικό στοιχείο. Κάθε αξίωμα έχει έναν χαρακτήρα ιερό, αλλά και κάθε ιερατικό αξίωμα προέρχεται από την κοσμική εξουσία.
Αν οι θεοί είναι θεοί της πόλεως, εντούτοις είναι η συνέλευση του λαού που έχει τον πρώτο λόγο στη διοίκηση των Ιερών, των υποθέσεων δηλαδή που αφορούν τους θεούς, όπως και τη διοίκηση των ανθρώπων. Αυτή είναι που καθορίζει το θρησκευτικό ημερολόγιο, που εκδίδει νόμους οι οποίοι ρυθμίζουν τα Ιερά, που αποφασίζει για την διοργάνωση των εορτών, για τη διοίκηση των Ναών, για την προσφορά των θυσιών, για την ένταξη νέων θεών, καθώς και για τις τιμές που πρέπει να τους αποδοθούν.

Ακόμα και κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Κ.Ε όταν η επίσημη λατρεία κυριαρχεί στο σύνολο της θρησκευτικής ζωής των πόλεων, δεν απουσιάζουν από κοντά της, στις παρυφές της, τάσεις λίγο ως πολύ περιθωριακές με προσανατολισμό διαφορετικό. Η ίδια η θρησκεία της πόλεως, αν και υπαγορεύει τις θρησκευτικές συμπεριφορές, δεν μπορεί να διασφαλίσει πλήρως την κυριαρχία της παρά παραχωρώντας, μέσα στους κόλπους της, έναν χώρο στις μυστηριακές λατρείες και ενσωματώνοντας, για να συμπεριλάβει και αυτήν, μια θρησκευτική εμπειρία όπως είναι η διονυσιακή λατρεία, της οποίας το πνεύμα είναι τελείως αντίθετο από το δικό της. 

Read More 0 comments

Παρασκευή 26 Απριλίου 2024

Όταν μια χώρα σέρνει σε δίκη για προδοσία τον αρχιστράτηγό της και έναν από τους σημαντικότερους πολέμαρχούς της, που αφιέρωσαν τη ζωή τους για την Ελευθερία, τότε αυτή η χώρα θα πρέπει να ντρέπεται.

Την ημέρα που ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας κάθισαν στο εδώλιο του κατηγορουμένου οι ρακένδυτοι Έλληνες έσκυψαν το κεφάλι από ντροπή. Και ας μην έφταιγαν αυτοί. Ήταν 16 Απριλίου 1834 όταν ξεκίνησε αυτή η κατάπτυστη δίκη.

Ο ανήλικος Όθωνας και η αντιβασιλεία φρόντισαν, ώστε, η καταδίκη των αγωνιστών να είναι σίγουρη. Ο υπουργός Δικαιοσύνης Σχινάς και ο εισαγγελέας ο Εδουάρδος Μάσσον, ένας ανθέλληνας από τη Σκωτία, όρισαν στην έδρα δικαστές που βρίσκονταν στο αντίπαλο στρατόπεδο από τους αγωνιστές.

Πρόεδρος: Πολυζωίδης. Μέλη: Τερτσέτης, Σούτσος, Φραγκούλης, Βούλγαρης και βέβαια εισαγγελέας, ο ορκισμένος εχθρός του Γέρου, ο Μάσσον για να είναι ακόμα πιο σίγουρο το αποτέλεσμα. Το κατηγορητήριο αναφερόταν σε «συνωμοσία επί σκοπώ να ταράξουν την κοινήν ησυχία, και  καταφέρουν τους υπηκόους της Α.Μ. εις ληστείαν και εμφύλιον πόλεμον, υπογράψουν αναφορά σε ξένη δύναμη και καταργήσουν το καθεστώς πολίτευμα…».

Η δίκη ξεκίνησε αλλά από την πρώτη κιόλας συνεδρίαση φάνηκε το προφανές. Οι κατήγοροι δεν είχαν καμία απολύτως απόδειξη για αυτά που κατηγορούσαν τους αγωνιστές. Μοναδικό «όπλο» τους οι ψευδομάρτυρες, όμως, και αυτοί δεν ήταν καλά προετοιμασμένοι και έπεφταν διαρκώς σε αντιφάσεις που εκνεύριζαν τους πάντες. Όσο η δίκη συνεχίζεται τόσο πιο καθαρά φαίνεται η δολοπλοκία προκειμένου Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας και άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης του 1821 να καταλήξουν στην γκιλοτίνα.

Η συγκλονιστική απολογία του Κολοκοτρώνη

Ίσως η πιο συγκλονιστική στιγμή εκείνης της δίκης, ήταν η απολογία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Δικαζόταν ο άνθρωπος που ήταν η Ελλάδα και τα λόγια του ήταν βαριά. Το κοινό μέσα στην αίθουσα ίσα – ίσα που ανέπνεε. Ο Γέρος του Μοριά δε φοβήθηκε ούτε στιγμή μπροστά στους δικαστές του. Τα όσα ειπώθηκαν υπάρχουν στα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού και από εκεί τα μετέφερε στο βιβλίο του, ο ταξίαρχος Γεώργιος Καραμπατσόλης «Η δίκη των στρατηγών Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα», απ' όπου αντλήθηκε το παρακάτω απόσπασμα.

-Πρόεδρος: Ορκίζομαι να είπω την αλήθεια και μόνη την αλήθεια εις ό,τι ερωτηθώ.
-Ορκίζομαι. (Κάθονται όλοι στις θέσεις τους).
-Πώς ονομάζεσαι;
-Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
-Από πού κατάγεσαι;
-Από το Λιμποβίσι της Καρύταινας.
-Πόσων ετών είσαι;
-Εξήντα τέσσερων.
-Τι επάγγελμα κάνεις;
-Στρατιωτικός. Στρατιώτης ήμουνα. Κράταγα επί 49 χρόνια στο χέρι το ντουφέκι και πολεμούσα νύχτα μέρα για την πατρίδα. Πείνασα, δίψασα, δεν κοιμήθηκα μια ζωή. Είδα τους συγγενείς μου να πεθαίνουν, τ΄ αδέρφια μου να τυραννιούνται και τα παιδιά μου να ξεψυχάνε μπροστά μου. Μα δε δείλιασα. Πίστευα πως ο Θεός είχε βάλει την υπογραφή του για τη λευτεριά μας και πως δεν θα την έπαιρνε πίσω.
-Τι απολογείσαι για την κατηγορία που σου αποδίδεται;
-Τον απερασμένο Ιούλη διάηκα στην Τριπολιτσά για να στεφανώσω εν’ αντρόγενο. Από κεί τράβηξα, μαζί με τη νύφη μου, για το μοναστήρι της Άγια-Μονής. Την παραμονή της Παναγιάς ήρθε κι ο Ρώμας στην Καρύταινα όπου καθίσαμε κάνα δυο μέρες. Έπειτα ο Ρώμας έφυγε κι εγώ γύρισα στην Τριπολιτσά στις 18 τ’ Αυγούστου.
-Είχες προηγουμένως άλλες συναντήσεις με το Ρώμα;
-Δεν είχα πριν καμία συνάντηση μαζί του. Τον αντάμωσα για πρώτη φορά στην Τριπολιτσά. Μακριές ομιλίες δεν είχαμε. Τρώγαμε όμως μαζί.
-Και τι λέγατε;
-Τα συνηθισμένα όπου λένε οι άνθρωποι όταν τρώνε αντάμα ψωμί.
-Δεν είχες την περιέργεια να ρωτήσεις τον Ρώμα για τα όσα διέδιδε περί Αντιβασιλείας;
-Καμία περιέργεια δεν έβαλα στο νου μου.
-Τον άλλον καιρό τι έκανες στην Τριπολιτσά;
-Πάγαινα στο παζάρι. Σύναζα τους χωριάτες και τους μίλαγα επειδής ήτανε ερεθισμένοι από κείνους τους διαβόλους τα νόμιστρα. Τους έλεγα: «Βρε τσομπάνηδες, τι πλερώνατε τον καιρό της τουρκιάς και τι πλερώνετε τώρα; Δεν πλερώνετε τώρα λιγότερα απ’ τον καιρό της τουρκιάς;». Και τους τ’ απόδειχνα με παραδείγματα.
-Τον πρίγκιπα Μπρέντ τον γνωρίζεις;
-Ναι, τον γνωρίζω. Ήρθε μάλιστα στην Τριπολιτσά για να δη το Ρώμα. Σα μπατζανάκης του που είναι.
-Τι παράγγειλες μ’ αυτόν στο γιο σου το Γενναίο στ΄ Ανάπλι;
-Τίποτα. Ούτε είχα και τίποτα να του παραγγείλω.
-Ποιοι άλλοι ήταν τότε στην Τριπολιτσά;
-Ο Νικηταράς και Πλαπούτας που είχανε έρθει απ’ τα χωριά τους.
-Τι άκουσες περί μιας αναφοράς εναντίον της Αντιβασιλείας και των Βαυαρών;
-Δεν άκουσα τίποτα ούτε και μου μίλησε ποτέ κανείς για καμία τέτοια ανα-φορά.
-Δεν άκουσες τίποτα;
-Όχι.
-Γνωρίζεις τους ληστές Κοντοβουνήσιο, Μπαλκανά και Καπογιάννη;
-Τον Κοντοβουνήσιο τον γνωρίζω απ’ τον εμφύλιο πόλεμο. Ο Μπαλκανάς ήτανε γουρνοβοσκός. Τον κατάτρεχα. Δυο φορές μου ‘φυγε απ’ τα σίδερα. Τον Καπογιάννη δεν τον γνωρίζω.
-Τον γραμματικό του Κοντοβουνίσιου, Χρήστο Νικολάου, τον ξέρεις;
-Ναι. Είν’ ένα ξόανο παιδαρέλι.
-Τον Αλωνιστιώτη τον γνωρίζεις;
-Τον γνωρίζω, είναι μάλιστα και συγγενής μου.
-Ήξερες πως θα πήγαινε στη Λιβαδειά;
-Όχι, δεν το ήξερα. Απ’ τον κόσμο το άκουσα πως πήγε.
-Δεν τον είχες δει προηγουμένως;
-Όχι.
-(Δείχνοντάς το). Είναι αληθινό αυτό το γράμμα του Υπουργού των Εξωτερικών της Ρωσίας προς εσένα;
-Ναι, είναι.
-Πώς πήρε αφορμή να σου γράψει ο Ρώσος υπουργός;
-Ήταν απάντηση σ’ ένα δικό μου γράμμα. Πήρ’ αφορμή για να του γράψω από τούτο δω το περιστατικό: Άμα ήρθε ο Βασιλιάς μας, ο πρεσβευτής της Ρωσίας Ρούκμαν άφησε ένα γράμμα του στο περιβόλι μου συστήνοντάς με στους Ρώσους καπετάνιους του Αιγαίου. Γι’ αυτό έκαμα κι εγώ ένα ίδιο γράμμα συστήνοντας αυτόν και το ναύαρχό τους Ρίκορντ σε δικούς μας. Δε μου πέρασε η ιδέα πως αυτό βλάφτει είτε είν’ εμποδισμένο. Τόκαμα από λεπτότητα.
-Τι άλλο έγραφες σ’ αυτό το γράμμα;
-Τίποτις άλλο απ’ τη σύσταση. Όσο για το γράμμα που έλαβα έλεγε ν’ αγαπούμε το βασιλιά μας και τη θρησκεία μας. Άλλο δε θυμούμαι. Σ’ αυτό φαίνεται τι μου γράφει ο Ρώσος υπουργός, φανερώνοντας έτσι με ποιο πνεύμα τούγραψα κι εγώ
-Πότε έφυγες για τελευταία φορά από δω;
-Δε θυμάμαι καλά. Θαρρώ στις αρχές του Ιούλη. Ήτανε η πρώτη φορά που ‘φυγα από όταν ήρθε ο βασιλιάς.
-Και γιατί έφυγες;
-Η αιτία όπου μ’ έκανε ν’ αφήσω την εδώ ήσυχη ζωή μου είναι, πρώτο γιατί εγώ είμαι βουνίσιος και με πειράζει η ζέστη, δεύτερο για να στεφανώσω ένα αντρόγενο και τρίτο γιατί μούγραψε ο γιος μου ο Γενναίος μην αρρωστήσω και γι’ αυτό καθόμουνα στην Τριπολιτσά για τον καθαρό αέρα.
-Και σ’ όσους ερχόντουσαν να σε ιδούν τι τους έλεγες;
-Τους συμβούλευα, καθώς έκανα και στην Άγια-Μονή, όπου έβαλα λόγο γι’ αυτό.
-Έχεις άλλο τίποτα να πεις για όσα σε κατηγορούν;
-Τούτω δω μονάχα. Μετά το φόνο του Κυβερνήτη η Πατρίδα ήτανε χωρισμένη στα δύο. Εγώ άμα έμαθα το διορισμό του Βασιλιά, έκαμα τη σημαία του και σύναξα κι όλους τους φίλους μου και κάμαμε μιαν αναφορά στη Βαυαρία φανερώνοντας την αφοσίωσή μας. Όταν ήρθ’ ο Βασιλιάς σκόρπισα τους ανθρώπους μου κι ησύχασα.
-Τότε, γιατί αντενέργησες στο βασιλιά σου και στην Αντιβασιλεία;
-Εγώ ν’ αντενεργήσω; Μα δε ξέρετε λοιπόν κι εσείς οι ίδιοι κι όλοι οι Έλληνες πόσο πάσκισα στον καιρό του σηκωμού ν’ αποχτήσει το έθνος κεφαλή και να μου λείψουν οι φροντίδες; Άμα ο Θεός μου ‘δωσε Βασιλέα, εγώ είπα σ’ όλους τους φίλους μου: ''Τώρα είμ’ ευτυχισμένος. Θα κρεμάσω την κάπα μου στον κρεμανταλά και θα πλαγιάσω στην καλύβα μου ν’ αποθάνω ήσυχος κι ευχαριστημένος''.

Η «Δίκη των Δικαστών»

Την ημέρα της απόφασης, 26 Μαΐου 1834, Σούτσος, Φραγκούλης, Βούλγαρης υπογράφουν την υπαγορευμένη καταδικαστική απόφαση δίχως δισταγμό. Πολυζωίδης και Τερτσέτης, ωστόσο, παρά τις απειλές που δέχονται δε λυγίζουν. Δεν υπογράφουν. «Με τέτοια χαλκευμένα αποδεικτικά στοιχεία, ούτε δύο γάτοι δεν καταδικάζονται σε θάνατο» λέει ο Τερτσέτης. «Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε την απόφαση», φωνάζει ο υπουργός Δικαιοσύνης. «Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι», απαντά ο Πολυζωίδης. «Δε θα με έχετε συνεργό στον φόνο δύο αθώων ανθρώπων», λέει ψύχραιμα ο Τερτσέτης. Η ηρωική στάση των δύο δικαστών «στόμωσε το λεπίδι του δημίου».

Οι φήμες για πυροδότηση λαϊκής εξέγερσης, θορύβησε τους Βαυαρούς και τους υποχρέωσε να μετατρέψουν την ποινή σε κάθειρξη με έκδοση βασιλικής χάρης. Οι καταδικασθέντες οδηγήθηκαν στις φυλακές για να την εκτίσουν. Είναι χαρακτηριστική η απορία του Κολοκοτρώνη που παραξενεύτηκε βλέποντας ότι αντί για το ικρίωμα, τους οδηγούσαν στη φυλακή: «Γιατί μας πάτε στο κάτεργο;» ρώτησε, «δε θα μας πάρουν τα κεφάλια μας;». Αυτοί, ωστόσο, που έστησαν τη δίκη των δυο πολέμαρχων δε θα άφηναν αυτή την ντροπή δίχως απάντηση. Οι σκευωροί στέλνουν Πολυζωίδη και Τερτσέτη σε δίκη «κατηγορών αυτούς ως ενόχους της αρνήσεως υπηρεσίας και της με σκοπόν ιδιοτελή βλάβην του κράτους παραβάσεως της εχεμύθειας περί την ψηφοφορίαν του δικαστηρίου» αλλά και ότι είχαν εξαγοραστεί «από τον χρυσόν της κολοκοτρωνικής φάρας». Η δίκη των Πολυζωίδη και Τερτσέτη έγινε στο Ναύπλιο τον Σεπτέμβριο του 1834. Επίτροπος - Εισαγγελέας ήταν – ποιος άλλος; - ο «φιλέλληνας» Μάσσον.

Η δίκη των δικαστών άργησε να ξεκινήσει γιατί δεν έβρισκαν δικαστές πρόθυμους να δικάσουν τους δυο που είχαν σηκώσει στους ώμους τους την περηφάνια ενός ολόκληρου λαού. Προφανώς, και μετά από μια δίκη που ήταν εξίσου αισχρή και δίχως το παραμικρό στοιχείο όπως ακριβώς και η πρώτη, οι δυο κατηγορούμενοι δικαστές αθωώθηκαν πανηγυρικά. «Η εντολή ου φονεύσεις μ’ εφόβιζεν απαρηγόρητα, επειδή φόνος ασυγχώρητος είναι ο άδικος αποκεφαλισμός ανθρώπου» ανέφερε στην απολογία του ο Πολυζωίδης, της οποίας μόνο λίγα αποσπάσματα έχουν διασωθεί, γνωρίζουμε όμως ότι «έδειξεν ευγλωττίαν και ακρίβειαν λόγου άξιαν των αρχαίων ημερών της Ελλάδος».

Η απολογία του Γεωργίου Τερτσέτη, ωστόσο, αποτελεί παρακαταθήκη στον αγώνα για Ελευθερία και Δικαιοσύνη, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε οποιοδήποτε μέρος της Γης και έφθασε μέχρι τις μέρες μας.

«Ημείς Πατρίδα μας έχομεν το ανθρώπινο γένος [...] Αν ημείς εγκαλούμεθα από τον Επίτροπον, αν αυτός μας φοβερίζει φυλακισμόν, το αίτιον είναι η σφοδρή μας λατρεία προς την δικαιοσύνην, εις καιρούς τους οποίους κάλλιστα γνωρίζετε. Και η δικαιοσύνη δεν είναι προνόμιον, είναι ιδιοκτησία της ανθρωπότητος και αρμόζει λοιπόν να αναφέρωμεν ημείς σήμερον, ως εις βοήθειαν μας, το όνομα του ανθρώπινου γένους, αφού δια αυτό αγωνίσθημεν. Ποιός είσαι εσύ που παίζεις με ημάς εις την γην της γεννήσεως μας;… Ο Εθνισμός μας, ω Επίτροπε είναι θεμελιωμένος εις τα αίματα οκτακοσίων χιλιάδων Ελλήνων φονευμένων εις τον αγώνα και δεν ήταν θέλημα θεού ημείς, να φθάσωμεν εις τόσην αναισθησίαν, ώστε να εξαλείψει την λατρείαν του Εθνισμού από τα σπλάχνα μας η επωμίδα του Υπουργού».
Read More 0 comments

Τρίτη 23 Απριλίου 2024

«Όταν θέλω γίνομαι άγγελος, και όταν θέλω πάλε γίνομαι διάβολος» έλεγε ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο οποίος πέθανε μια ημέρα σαν σήμερα, 23 Απριλίου. 

Έλληνας επαναστάτης ο οποίος αρχικά υπήρξε κλέφτης και μετέπειτα σπουδαίος αρματολός και στρατάρχης της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.




Ο αθυρόστομος γιος της καλογριάς

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης γεννήθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1780 (η πιθανότερη εκδοχή) ή το 1782. Είδε το πρώτο φως της ημέρας μέσα σε μια σπηλιά κοντά στο χωριό Μαυρομμάτι Καρδίτσας.

Υπάρχουν, όμως, διάφορες εκδοχές και για αυτό. Η μία είναι ότι γεννήθηκε στη Σκουληκαριά Άρτας, ένα ορεινό χωριό. Στην πραγματικότητα η «κόντρα» για το πού γεννήθηκε, συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.

Οι πρώτοι του βιογράφοι έλεγαν πως γεννήθηκε στην Καρδίτσα. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η επιτροπή που συστήθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών το 1927.

Λογικά αυτή η κόντρα θα είχε τελειώσει αλλά το 1997 στο πλαίσιο του «Σχεδίου Καποδίστριας» για τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δόθηκε το όνομα «Γεώργιος Καραϊσκάκης» στο νέο δήμο που υπάγεται μέχρι και σήμερα η Σκουληκαριά. Έτσι η «κόντρα» ξαναφούντωσε.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αυτή η «κόντρα» μικρή σημασία έχει, ειδικά από τη στιγμή που μιλάμε για έναν από τους σπουδαιότερους οπλαρχηγούς της Επανάστασης του 1821.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν καρπός του «παράνομου» έρωτα του αρματολού Δημήτρη Καραΐσκου και της μοναχής Ζωής Ντιμισκή, αδελφής του κλέφτη Κώστα Ντιμισκή και εξαδέλφης του οπλαρχηγού Γώγου Μπακόλα.

Η μητέρα του πέθανε όταν εκείνος ήταν μόλις 8 ετών. Είχε αφήσει το μεγάλωμά του σε μια οικογένεια Σαρακατσάνων καθώς η ίδια δεν άντεχε την κατακραυγή του κόσμου για το ότι γέννησε ένα παιδί εκτός γάμου.

Εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο μεγάλωσε, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ήταν ένα σκληρό αν και φιλάσθενο παιδί. Αν και μικρός στην ηλικία φρόντιζε με κάθε ευκαιρία να δείχνει πως είναι από αυτούς που δε σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους.

Κάπως έτσι έφτασε μόλις στα 15 του χρόνια να σχηματίσει τη δική του κλέφτικη ομάδα η οποία απαρτιζόταν από παιδιά της ίδιας ηλικίας με εκείνον. Περίπου τρία χρόνια αργότερα, συνελήφθη από Τούρκους οι οποίοι τον οδήγησαν μπροστά στον Αλή Πασά. Εκεί, αντί να λυγίσει και να φοβηθεί, έδειξε το πόσο ατρόμητος, ατίθασος και βωμολόχος ήταν.

Ο Πασάς αντί να τον εκτελέσει διέταξε να τον κλείσουν φυλακή. Λίγο καιρό αργότερα τον τοποθέτησε στην προσωπική του φρουρά γιατί εκτίμησε το πόσο λεβέντης ήταν.

Λέγεται πως κάποια στιγμή ο Αλή Πασάς ρώτησε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη τι θα ήθελε να του προσφέρει ως ανταπόδοση των υπηρεσιών του. Τότε ο «Γιος της Καλογριάς» του απάντησε με τρόπο αποστομωτικό: «Αν με γνωρίζεις άξιο για αφέντη, κάνε με αφέντη, αν για δούλο, κάνε με δούλο, αν για τίποτα ρίξε με στη λίμνη»!

Μέχρι και σήμερα η περίοδος που ο Καραϊσκάκης ήταν δίπλα στον Αλή Πασά θεωρείται η πιο «σκοτεινή» στη ζωή του σπουδαίου οπλαρχηγού.

Η περίοδος αυτή τελείωσε το 1804, όταν ο Καραϊσκάκης προσχώρησε στην ομάδα του περίφημου κλέφτη Αντώνη Κατσαντώνη, που από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο πρόδρομος της Επανάστασης του 1821. Όταν ο Κατσαντώνης συνελήφθη και εκτελέστηκε, ο Καραϊσκάκης ανέλαβε την αρχηγία της ομάδας του μαζί με τον Λεπενιώτη.

Όταν η ομάδα αυτή διαλύθηκε, ο Καραϊσκάκης επέστρεψε στην Αυλή του Αλή Πασά, και γνώρισε την Γκόλφω Ψαρογιαννοπούλου, με την οποία απέκτησε δύο κόρες και έναν γιο, τον στρατιωτικό και πολιτικό Σπυρίδωνα Καραΐσκάκη.

Ο Καραϊσκάκης έφυγε και επέστρεψε (για τελευταία φορά) στην Αυλή του Πασά μια ακόμα φορά. Τον Ιανουάριο του 1821 συμμετείχε στη σύσκεψη της Λευκάδας, στην οποία αποφασίστηκε η προετοιμασία της εξέγερσης στη Στερεά Ελλάδα. Η ζωή του άλλαξε και αφιερώθηκε στη μεγάλη υπόθεση.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Καραϊσκάκης συμμετέχει σε μάχες αλλά εμπλέκεται και σε μια καθοριστική διαμάχη με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Η κόντρα αυτή θα φανεί στη διάρκεια του πρώτου ελληνικού εμφυλίου όπου ο Καραϊσκάκης θα δικαστεί για... εσχάτη προδοσία!

Στον δεύτερο εμφύλιο (δυστυχώς για τον ίδιο) ο Καραϊσκάκης συμμετέχει στην ντροπιαστική επιδρομή και στο επακόλουθο πλιάτσικο στα Καλάβρυτα.

Τον Ιούλιο του 1826 διορίστηκε αρχιστράτηγος της Ρούμελης. Μερικές ημέρες μετά ξεκινάει μια εκστρατεία για να ανακουφίσει τους πολιορκημένους στην Ακρόπολη της Αθήνας και νικάει τους Τούρκους στο Χαϊδάρι.

Τον Νοέμβριο του 1826 τους νικάει και στη μάχη της Αράχωβας. Αυτή ήταν η μάχη που γιγάντωσε τον θρύλο του Καραϊσκάκη. Ήταν η χειρότερη ήττα για τους Τούρκους μετά από εκείνη στα Δερβανάκια!

Τούρκος ή Έλληνας σκότωσε τον Καραϊσκάκη;

Το μόνο που μπορεί να γίνει (και γίνεται) είναι διάφοροι ιστορικοί και όχι μόνο να προσπαθούν να ενώσουν όλα τα κομμάτια του «παζλ» και να φτάσουν σε κάποια λογικά συμπεράσματα.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, αν και όποιος καταλήγει σε κάποιο συμπέρασμα αυτό πιθανότατα είναι αυθαίρετο, όσα επιχειρήματα και αν προβάλει. Μόνο ένας άνθρωπος ήξερε αν αυτός που πυροβόλησε και σκότωσε τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ήταν Έλληνας ή Τούρκος και δυστυχώς αυτός ο άνθρωπος πέθανε πριν προλάβει να αποκαλύψει την ταυτότητα του δράστη.

Αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης!

Μετά την περίλαμπρη νίκη στην Αράχωβα, ο Καραϊσκάκης επέστρεψε στην Αθήνα για να συνεχίσει αυτό που άφησε στη μέση. Πολιορκεί τους πολιορκητές της Ακρόπολης και νικά τους Τούρκους στο Κερατσίνι και στο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.

Τον Απρίλιο του 1827, ο Καραϊσκάκης και οι άνδρες του στρατοπεδεύουν στο Φάληρο και προετοιμάζονται για μια ακόμα μεγάλη μάχη κατά του Κιουταχή. Το γενικό πρόσταγμα της επίθεσης το είχαν, σύμφωνα με απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας, οι άγγλοι φιλέλληνες Ριχάρδος Τσορτς και ο Τόμας Κόχραν.

Ο Καραϊσκάκης ήταν κουρασμένος από τις διαδοχικές σκληρές μάχες και βαριά άρρωστος και παρά το γεγονός ότι διαφωνούσε με την απόφαση της Εθνοσυνέλευσης, δεν είχε τις δυνάμεις να διαφωνήσει έμπρακτα και αποφάσισε να αποσυρθεί στη σκηνή του και να ξεκουραστεί μέχρι να ξεκινήσει η επιχείρηση.

Στις 22 Απριλίου του 1827 και ενώ δεν υπήρχε ακόμα διαταγή για επίθεση κατά των δυνάμεων του Κιουταχή, μια ομάδα Ελλήνων αγωνιστών επιτέθηκε κατά των Τούρκων. Όταν ο Καραϊσκάκης ενημερώθηκε, βγήκε από τη σκηνή του, πήρε το άλογό του και πήγε στο σημείο της συμπλοκής προκειμένου να σταματήσει τη σύγκρουση πριν αυτή γενικευτεί. Τότε μια σφαίρα τον βρήκε στο υπογάστριο.

Ο Καραϊσκάκης έδωσε μάχη για να κρατηθεί στη ζωή αλλά άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 το ξημέρωμα της 23ης Απριλίου 1827. Μια ημέρα σαν σήμερα, ανήμερα της ονομαστικής του εορτής.

Ο Καραϊσκάκης κατάλαβε ότι η πληγή του ήταν θανάσιμη. Κάλεσε αμέσως ιερέα, εξομολογήθηκε, μετάλαβε, ζήτησε συγχώρεση απ’ όλους τους παρόντες και ζήτησε να τον θάψουν στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου της Σαλαμίνας.

Ο Νικόλαος Κασομούλης, ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές αλλά και ιστορικός της Επανάστασης του 1821, έγραψε πως όταν ο Καραϊσκάκης ένιωσε πως η μοιραία στιγμή φτάνει, είπε τα τελευταία του λόγια τα οποία ήταν: «Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (σσ: εκδίκη­ση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον πούτζον και αυτός».

Και τώρα το ερώτημα του ενός εκατομμυρίου: Έλληνας ή Τούρκος σκότωσε τον Καραϊσκάκη; Λέγεται πως ο βαριά τραυματισμένος αρχιστράτηγος της Ρούμελης, φώναξε τους πολέμαρχους Χριστόδουλο Χατζηπέτρο και Γαρδικιώτη Γρίβα και τους είπε: «αύριον αν είμαι ζωντανός ακόμη, ελάτε να σας πω έναν μυστικόν».

Κανείς δεν ξέρει ποιο ήταν αυτό το μυστικό. Πολλοί λένε πως ο Καραϊσκάκης ήξερε ποιος τον πυροβόλησε, ότι ήταν Έλληνας και ήθελε να τον αποκαλύψει, απλά ήθελε να βεβαιωθεί πως θα παραμείνει ζωντανός.

«Από πολλά τώρα χρόνια με τραβούσε η καταπληχτική μορφή του Γιου της Καλογριάς. Πολλές φορές έλεγα ν’ αρχίσω να γράφω τη ζωή του και πάλι το ξαποφάσιζα. Οι πιότεροι δισταγμοί μου είχαν αιτία πως δεν μπορούσα να δώσω μια ξεκάθαρη απάντηση σε τούτο το πρόβλημα: ο Καραϊσκάκης σκοτώθηκε ή δολοφονήθηκε; Τώρα είμαι κι εγώ σίγουρος, όπως κι ο Βλαχογιάννης, πως το βόλι που του πήρε τη ζωή δε ρίχτηκε από τούρκικο, μ’ από δολοφονικό χέρι. Αυτή όμως η γνώμη μας δε φτάνει, βέβαια, στον αναγνώστη. Γι’ αυτό και θ’ ανιστορήσουμε, με κάθε λεπτομέρεια, το πώς χτυπήθηκε», έγραψε ο Δημήτρης Φωτιάδης στη μονογραφία του «Καραϊσκάκης» (εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος). 

«Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό, δηλαδή, του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχό της. (…) 

Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος», έγραψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης» (εκδόσεις Μέρμηγκας).

Η συντριπτική πλειονότητα των πρωτογενών πηγών, μεταξύ των οποίων επίσης αυτόπτες, δέχεται ότι ο Καραϊσκάκης πυροβολήθηκε από Τούρκους. Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης γράφει ότι δύο Τούρκοι που βρίσκονταν στη μάντρα-οχύρωμα, αναγνώρισαν τον Καραϊσκάκη και τον πυροβόλησαν στην κοιλιά.

Με αυτή την εκτίμηση συμφώνησαν πολλοί αλλά το θέμα είναι πως η φορά της μοιραίας σφαίρας (από πάνω προς τα κάτω) ήταν διαφορετική και δεν θα μπορούσε να είχε προέλθει από εκεί.

Θεωρητικά ο άνθρωπος που σκότωσε τον Καραϊσκάκη ήταν σε υψηλότερο σημείο από τον ίδιο οπότε είτε συμμετείχε ενεργά στη μάχη και ήταν όρθιος πάνω στο άλογό του, είτε λειτουργούσε σαν... ελεύθερος σκοπευτής και βρισκόταν σκαρφαλωμένος σε κάποιο δέντρο.
Read More 0 comments

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

Στο λεξικό της Οξφόρδης ο Χρόνος εννοείται ως «η ακαθόριστη κίνηση της ύπαρξης και των γεγονότων, στο παρελθόν, στο παρόν και στο μέλλον, θεωρούμενη ως σύνολο», ενώ σήμερα κυριαρχεί η άποψη ότι είναι απλώς η μέτρηση μια διαδικασίας από ένα σημείο του παρελθόντος μέχρι το παρόν και η προοπτική της διαδικασίας αυτής στο μέλλον. Πέραν τούτου, ο ανθρώπινος στοχασμός απασχολήθηκε από την έννοια του Χρόνου και της σημασίας του στην κατανόηση του κοσμικού γίγνεσθαι…

Αν επιχειρούσαμε να σχηματίσουμε μια εικόνα στο μυαλό μας για την έννοια του Χρόνου, θα έπρεπε να επιστρατεύσουμε μεγάλο μέρος του φαντασιακού μας δυναμικού για να παραστήσουμε ένα σχετικό σχήμα. Η έννοια του χρόνου μπορεί να συλληφθεί μέσα από την εξάρτηση που έχουν οι μορφές καθώς συνθέτονται, εξελίσσονται και αποσυντίθενται μέσα σε αυτόν. Ο παρατηρητής ενός γεγονότος που συμβαίνει σε ορισμένο χρόνο, είναι απόλυτα εξαρτημένος από την εντύπωση που του προκαλεί ο χώρος στον οποίο λαμβάνει χώρα το συμβάν, αλλά σε συνάρτηση πάντα με την χρονική του διάρκεια και το χρονικό σημείο στο οποίο αυτό συμβαίνει. Με απλά λόγια ο χρόνος, πέραν της σημασίας του ως μονάδα μέτρησης , επειδή προκαλεί διαφορετικές εντυπώσεις στον παρατηρητή, αποκτά και μια διάσταση τελείως υποκειμενική.

Σπείρες και ευθείες

Στην ιστορία της φιλοσοφίας ο χρόνος έχει αποκτήσει δύο κύρια παραστατικά σχήματα. Την γραμμική αντίληψη του Χρόνου και την Κυκλική. Στον αρχαίο κόσμο, όπως αυτός γίνεται αντιληπτός μέσα από τις προχριστιανικές κοινωνίες, η αντίληψη περί χρόνου αντιστοιχεί στο σχήμα της σπείρας. Ο χρόνος δεν ορίζεται από ένα σημείο εκκίνησης, αλλά είναι αιώνιος και αυτοφυής, όπως ακριβώς και οι θεοί των αρχαίων κοινωνιών. Επίσης κινείται συνεχώς διαγράφοντας μια νοητή σπείρα η οποία υποχρεώνει το Παν να σχετίζεται άμεσα με το παρελθόν και το μέλλον να σχηματίζεται υπό το βάρος των παρελθοντικών γεγονότων.

Είναι μια κοσμική δύναμη που συνέχει το Σύμπαν και η κύριά του μορφή είναι ότι παρουσιάζεται ως το πλαίσιο όλων των πραγμάτων, καθώς εντός του συντελείται η σύνθεση και η αποσύνθεση όλων των μορφών. Ο χρόνος είναι το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα και ως εκ τούτου είναι παντελώς άφθαρτος.

Ο χρόνος των προγόνων μας

Κυρίαρχο στοιχείο στις αρχαίες κοινωνίες κατέχει η Μοίρα και η Μαντική. Και οι δύο αυτές μορφές των αρχαίων αντιλήψεων εδράζουν πάνω στην έννοια της σπειροειδούς μορφής του χρόνου. Η Μοίρα θεωρούταν το περιοριστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εξελιχθεί το καθετί, καθώς η ιδιαίτερη ταυτότητα του κάθε πράγματος το περιορίζει μέσα σε συγκεκριμένες δυνατότητες και του ορίζει ουσιαστικά την εξέλιξη του. Η περιοριστική αυτή αγκύλη που επιβάλει στα πράγματα να λειτουργούν μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, ορίζει ουσιαστικά τις ενδεχόμενες εξελίξεις και προδιαγράφει με σαφήνεια τις ενδεχόμενες πορείες. Εφόσον γίνει κατανοητό αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην αρχαία σκέψη, η Μοίρα δεν επιτρέπει την παντελώς τυχαία εξέλιξη των πραγμάτων, οπότε δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα ευθύγραμμο σχήμα.

Η Τύχη νοείται ως ένας αστάθμητος παράγοντας ο οποίος μπορεί να εισβάλει σε μια κατάσταση και να ρυθμίσει την εξέλιξη της, υποκείμενος πάντα υπό του Φυσικού Νόμου. Ο χρόνος είναι σε αυτήν την περίπτωση ο θεματοφύλακας της Μοίρας. Σύμφωνα με την αρχαία σκέψη, πρέπει όλα τα πράγματα να καταγράψουν έναν κύκλο στην πορεία τους «καθώς αυτό είναι γραμμένο στην μοίρα όλων των πραγμάτων», όποιος γεννιέται να πεθαίνει και ότι φυτρώνει να επιστρέφει στην γη. Και επειδή το Παν εξελίσσεται, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η πορεία του Χρόνου να είναι κυκλική καθώς η ιστορία θα ήταν ένα αναμασημένο δράμα, αλλά συγκεκριμένα είναι σπειροειδής, καθώς όλα εξελίσσονται στην πορεία τους προς το μέλλον.

Από το χθες στο σήμερα

Η μεταχριστιανική  εποχή βασίστηκε, όχι πάντως απόλυτα, πάνω στην γραμμική αντίληψη περί χρόνου. Ο κόσμος είναι ένα δημιούργημα του θεού, έχει λοιπόν συγκεκριμένη αρχή και φυσικά ένα συγκεκριμένο τέλος. Η εξέλιξη είναι μια ευθύγραμμη πορεία, δεν υπόκειται σε κανέναν αμετακίνητο νόμο, καθώς η παρεμβατικότητα του θεού είναι δυνατή και όλα βαδίζουν ευθεία προς τον τελικό θεϊκό σκοπό.

Βέβαια την υποστήριξη τους στην γραμμική αντίληψη του Χρόνου δεν δίνουν μόνο οι ιδεαλιστές, αλλά και οπαδοί της θεωρίας του Big Bang, οι οποίοι όμως προτιμούν να βλέπουν ευθύγραμμα την εξέλιξη της Ιστορίας. Στην σύγχρονη εποχή, ο Χρόνος γίνεται αντιληπτός κυρίως με γραμμική παράσταση σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που κάνουμε στα γεγονότα και αυτό φαίνεται συνήθως στην επιστήμη της Ιστορίας. Κυριαρχεί η άποψη ότι ο Χρόνος είναι «ένα γραμμικό συνεχές στο οποίο τα γεγονότα συμβαίνουν με εμφανώς μη αναστρέψιμη τάξη». Οι αντίπαλοι της γραμμικής αντίληψης του Χρόνου επιστρατεύουν συχνά το επιχείρημα της περιοδικότητας πολλών φαινομένων, όπως πχ οι εποχές, την υλιστική αντίληψη της τυχαιότητας – η οποία σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό, υπόκεινται στους φυσικούς νόμους και όχι στην θέληση του δημιουργού- και την άρνηση της τελεολογικής αντίληψης της θεολογίας.

Οι χρονοταξιδιώτες μάντεις

Η αρχαία αντίληψη της Μαντικής  -σίγουρα όχι αυτή που βασίστηκε στην γεννημένη από την αγωνία του ανθρώπου, δεισιδαιμονία- βασιζόταν πάνω στην υπόθεση ότι ο χρόνος είναι μια σπείρα. Μόνο υπό αυτή την υπόθεση η μαντική μπορούσε ως τέχνη να πραγματωθεί. Ο μάντης δεν προέβλεπε το μέλλον με μεταφυσικές μεθόδους, αλλά επειδή ακριβώς ο χρόνος διαγράφει σπείρες, ο παρατηρητής-μάντης μπορούσε – ή νόμιζε ότι μπορούσε- να οδηγηθεί σε συμπεράσματα μέσα από  την ανασκόπηση του παρελθόντος, την ενατένιση του μέλλοντος, αλλά και μέσα από την Αρχή της Συμπάθειας μια επίσης θεμελιώδης αρχή της αντίληψης των αρχαίων κοινωνιών. Ο παρατηρητής, στεκούμενος σε έναν συγκεκριμένο σημείο της χρονικής σπείρας, μπορούσε να κοιτάξει ευθεία μπροστά του με σκοπό να συναντήσει την εικόνα ενός μελλοντικού συμβάντος σε ένα άλλο συγκεκριμένο σημείο της σπείρας. Σε μια γραμμική αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Βέβαια, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι τόσο η αντίληψη περί μαντικής, όσο και περί μοίρας, δέχθηκε έντονη κριτική από πολλούς εκφραστές της αρχαίας φιλοσοφίας, παρόλη την υποστήριξη τους στην θεωρία περί της κυκλικής αντίληψης του χρόνου. Επίσης η χρονική σπείρα στην αρχαία αντίληψη του χρόνου δεν είναι τέλεια, αλλά ατελής. Η σπείρα άλλοτε διαγράφει μεγαλύτερους κύκλους και άλλοτε μικρότερους, πράγμα που σημαίνει ότι κάποια ισχυρά γεγονότα μπορούν να αλλοιώσουν την ομαλή ροή των πραγμάτων και να επηρεάσουν την ροή της Ιστορίας, υποχρεώνοντας μια κατάσταση είτε να παραταθεί είτε και να συντομεύσει την παρουσία της σε σχέση με την ομαλή ροή της. Στην σπειροειδή αντίληψη του Χρόνου, ο καθένας αλλά και το καθετί μπορεί να επηρεάσει την χρονική κίνηση, καθώς «όλα είναι ένα».

Μια σύγκρουση ιδεών

Σε μια τελική ανασκόπηση των αντιλήψεων περί Χρόνου, θα παρατηρήσουμε την σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων που σε καμία περίπτωση δεν είναι η σύγκρουση του ιδεαλισμού με τον υλισμό ή αυτή του μηδενισμού με τον τελεολογισμό, μιας και οπαδοί από όλες τις τάσεις έχουν υποστηρίξει κάθε μια από αυτές τις αντιλήψεις, αφαιρώντας την όποια ιδεολογική ταυτότητα και από τις δύο θεάσεις του χωροχρονικού συνεχούς. Είναι η διαρκής σύγκρουση του αρχαίου κόσμου με την μεταχριστιανική εποχή, μια διαμάχη που θα απασχολεί και θα διχάζει τους στοχαστές ανά τους αιώνες. Η αντικειμενική έννοια του Χρόνου, ίσως τελικά να μην υπάρχει και όλα να έχουν να κάνουν με την προσωπική αντίληψη του ατόμου για τον κόσμο. Και στην μια αλλά και στην άλλη θεώρηση, σημασία έχει να γίνει αντιληπτό ότι τα παρελθοντικά γεγονότα επηρεάζουν άμεσα το μέλλον, και αυτό σε ανθρώπινο επίπεδο να διδάξει την σημασία που αποκτούν οι πράξεις μας για την μελλοντική  εξέλιξη των πραγμάτων.
Read More 0 comments

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024

Ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι και η απληστία. Η λέξη παράγεται από το στερητικό «α» και το «πληστός» που σημαίνει πλήρης – γεμάτος. Άπληστος, επομένως, είναι ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από την επιθυμία.

«Από την επιθυμία» αντί «από τα μέσα της ζωής του», διότι αυτή αποτελεί την κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα. «Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη και όχι η βούληση όπως υποστηρίζουν πολλοί φιλόσοφοι, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες.

Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο. Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι) ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων.

Κατά τη μυθολογία, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα. Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά.

Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου το φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική θα τη χαρακτηρίζαμε σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.

«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο», είπε κάποτε ο Αϊνστάιν. «Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία».
Θα εξετάσουμε την απληστία, μέσα από την ιστορία.

Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να μη δει την εκπλήρωση της αποστολής του, φαίνεται ότι ένας λόγος ήταν η απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι. Ο Μίδας, έμεινε για την απληστία του στο χρυσό παρομοιώδης.

Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε το Σόλωνα στην αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς τον στο λαιμό τους.

«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε, πολύ σωστά, ο Γκάντι. Τι είναι λοιπόν αυτό, το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του; Ζιγκουράτ, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή απληστίας των πρωτεργατών τους.

Η φύση έχει μια αρχή, τη μοιρασιά – νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία. Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος στερώντας τη ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω στο οποίο διάγει τη ζωή του. Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή.

Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γενιούνται και πεθαίνουνε κατά φουρνιές, μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής, και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες.

Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία τον κάνει ον πολιτικό.

Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας. Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται τείνοντας στη μεταλλαγή της.

Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στη λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη το μαρασμό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο και ασταθή κοινωνικό ιστό.

Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ, και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε, διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων.

Η ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός, είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.

Φεύγουμε από την κοινωνία και επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν τη ροή του ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός.

Το αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης -ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς όσο και από τους πλεονέκτες.

Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στη δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα πληρέστερη ολοκλήρωσή του.

Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα… Δείτε έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα φρούτα (shoping theraphy).

Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω απο το πρίσμα της εσώτερης βαθειάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα γονίδια. Ακραία φαινόμενα δεν είναι άγνωστα και στα ζώα.

Η αλεπού, για παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό συνδέεται με τη «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα, μα διακριτά, ο θάνατος.

Η γη κατέληξε «μονοειδής». Αυτό σημαίνει ότι επικράτησε μόνο το ένα είδος, τώρα, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στη φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, πρόσφατα των θηλαστικών και δη των πρωτευόντων, του ανθρώπου.

Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία.

Η απληστία στη φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή – τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό – εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας ορίζει.

Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με τη σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στη σκέψη και τη γνώση. Ούτως ή άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε σήμερα.

Παρότι από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται, όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από τη μια και αποτροπιασμός από την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία.

Ως εκ τούτου, εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπο οριακές συνθήκες». Στο σύμπαν, που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων.

Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο πολύ άπληστος καταντάει πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά τα στοιχεία της ζωής των άλλων, και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.

   Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το    χαρακτηριστικό γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της απληστίας είναι η  ανησυχία.

Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός, ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη.

   «Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία,    για να ολοκληρωθεί με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.

Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε τον πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;

Του Σωτήρη Γλυκοφρύδη
Read More 0 comments

Αναγνώστες