annex13
Κυριακή 4 Αυγούστου 2024
Κυριακή 23 Ιουνίου 2024
Σάββατο 8 Ιουνίου 2024
Πέρα από το δέος και το θάμβος που προκαλεί το θείον, η Ελληνική θρησκεία εμφανίζεται ως μία ευρύτατη συμβολική κατασκευή, σύνθετη αλλά με συνοχή, που επιτρέπει στη σκέψη, όπως και στο συναίσθημα, να εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδά της, περιλαμβανομένης της λατρείας. Ο μύθος παίζει κι αυτός τον ρόλο του σ’ αυτό το σύνολο, όπως και οι τελετουργικές πρακτικές και οι μορφές με τις οποίες εικονίζεται το θείον.
- >Μύθος,
- >Τελετουργία,
- >Εικαστική αναπαράσταση,
Ο Δίας δεν είναι φυσική δύναμη. Είναι άρχων κυρίαρχος, κάτοχος εξουσίας με όλες τις μορφές που αυτή μπορεί να λάβει.
Ο πολυθεϊσμός των Ελλήνων δεν στηρίζεται σε κάποια «θεϊκή αποκάλυψη».
Ακόμα και κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Κ.Ε όταν η επίσημη λατρεία κυριαρχεί στο σύνολο της θρησκευτικής ζωής των πόλεων, δεν απουσιάζουν από κοντά της, στις παρυφές της, τάσεις λίγο ως πολύ περιθωριακές με προσανατολισμό διαφορετικό. Η ίδια η θρησκεία της πόλεως, αν και υπαγορεύει τις θρησκευτικές συμπεριφορές, δεν μπορεί να διασφαλίσει πλήρως την κυριαρχία της παρά παραχωρώντας, μέσα στους κόλπους της, έναν χώρο στις μυστηριακές λατρείες και ενσωματώνοντας, για να συμπεριλάβει και αυτήν, μια θρησκευτική εμπειρία όπως είναι η διονυσιακή λατρεία, της οποίας το πνεύμα είναι τελείως αντίθετο από το δικό της.
Παρασκευή 26 Απριλίου 2024
Τρίτη 23 Απριλίου 2024
Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024
Αν επιχειρούσαμε να σχηματίσουμε μια εικόνα στο μυαλό μας για την έννοια του Χρόνου, θα έπρεπε να επιστρατεύσουμε μεγάλο μέρος του φαντασιακού μας δυναμικού για να παραστήσουμε ένα σχετικό σχήμα. Η έννοια του χρόνου μπορεί να συλληφθεί μέσα από την εξάρτηση που έχουν οι μορφές καθώς συνθέτονται, εξελίσσονται και αποσυντίθενται μέσα σε αυτόν. Ο παρατηρητής ενός γεγονότος που συμβαίνει σε ορισμένο χρόνο, είναι απόλυτα εξαρτημένος από την εντύπωση που του προκαλεί ο χώρος στον οποίο λαμβάνει χώρα το συμβάν, αλλά σε συνάρτηση πάντα με την χρονική του διάρκεια και το χρονικό σημείο στο οποίο αυτό συμβαίνει. Με απλά λόγια ο χρόνος, πέραν της σημασίας του ως μονάδα μέτρησης , επειδή προκαλεί διαφορετικές εντυπώσεις στον παρατηρητή, αποκτά και μια διάσταση τελείως υποκειμενική.
Σπείρες και ευθείες
Στην ιστορία της φιλοσοφίας ο χρόνος έχει αποκτήσει δύο κύρια παραστατικά σχήματα. Την γραμμική αντίληψη του Χρόνου και την Κυκλική. Στον αρχαίο κόσμο, όπως αυτός γίνεται αντιληπτός μέσα από τις προχριστιανικές κοινωνίες, η αντίληψη περί χρόνου αντιστοιχεί στο σχήμα της σπείρας. Ο χρόνος δεν ορίζεται από ένα σημείο εκκίνησης, αλλά είναι αιώνιος και αυτοφυής, όπως ακριβώς και οι θεοί των αρχαίων κοινωνιών. Επίσης κινείται συνεχώς διαγράφοντας μια νοητή σπείρα η οποία υποχρεώνει το Παν να σχετίζεται άμεσα με το παρελθόν και το μέλλον να σχηματίζεται υπό το βάρος των παρελθοντικών γεγονότων.
Είναι μια κοσμική δύναμη που συνέχει το Σύμπαν και η κύριά του μορφή είναι ότι παρουσιάζεται ως το πλαίσιο όλων των πραγμάτων, καθώς εντός του συντελείται η σύνθεση και η αποσύνθεση όλων των μορφών. Ο χρόνος είναι το έδαφος πάνω στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα και ως εκ τούτου είναι παντελώς άφθαρτος.
Ο χρόνος των προγόνων μας
Κυρίαρχο στοιχείο στις αρχαίες κοινωνίες κατέχει η Μοίρα και η Μαντική. Και οι δύο αυτές μορφές των αρχαίων αντιλήψεων εδράζουν πάνω στην έννοια της σπειροειδούς μορφής του χρόνου. Η Μοίρα θεωρούταν το περιοριστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να εξελιχθεί το καθετί, καθώς η ιδιαίτερη ταυτότητα του κάθε πράγματος το περιορίζει μέσα σε συγκεκριμένες δυνατότητες και του ορίζει ουσιαστικά την εξέλιξη του. Η περιοριστική αυτή αγκύλη που επιβάλει στα πράγματα να λειτουργούν μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, ορίζει ουσιαστικά τις ενδεχόμενες εξελίξεις και προδιαγράφει με σαφήνεια τις ενδεχόμενες πορείες. Εφόσον γίνει κατανοητό αυτό, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην αρχαία σκέψη, η Μοίρα δεν επιτρέπει την παντελώς τυχαία εξέλιξη των πραγμάτων, οπότε δεν μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα ευθύγραμμο σχήμα.
Η Τύχη νοείται ως ένας αστάθμητος παράγοντας ο οποίος μπορεί να εισβάλει σε μια κατάσταση και να ρυθμίσει την εξέλιξη της, υποκείμενος πάντα υπό του Φυσικού Νόμου. Ο χρόνος είναι σε αυτήν την περίπτωση ο θεματοφύλακας της Μοίρας. Σύμφωνα με την αρχαία σκέψη, πρέπει όλα τα πράγματα να καταγράψουν έναν κύκλο στην πορεία τους «καθώς αυτό είναι γραμμένο στην μοίρα όλων των πραγμάτων», όποιος γεννιέται να πεθαίνει και ότι φυτρώνει να επιστρέφει στην γη. Και επειδή το Παν εξελίσσεται, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η πορεία του Χρόνου να είναι κυκλική καθώς η ιστορία θα ήταν ένα αναμασημένο δράμα, αλλά συγκεκριμένα είναι σπειροειδής, καθώς όλα εξελίσσονται στην πορεία τους προς το μέλλον.
Από το χθες στο σήμερα
Η μεταχριστιανική εποχή βασίστηκε, όχι πάντως απόλυτα, πάνω στην γραμμική αντίληψη περί χρόνου. Ο κόσμος είναι ένα δημιούργημα του θεού, έχει λοιπόν συγκεκριμένη αρχή και φυσικά ένα συγκεκριμένο τέλος. Η εξέλιξη είναι μια ευθύγραμμη πορεία, δεν υπόκειται σε κανέναν αμετακίνητο νόμο, καθώς η παρεμβατικότητα του θεού είναι δυνατή και όλα βαδίζουν ευθεία προς τον τελικό θεϊκό σκοπό.
Βέβαια την υποστήριξη τους στην γραμμική αντίληψη του Χρόνου δεν δίνουν μόνο οι ιδεαλιστές, αλλά και οπαδοί της θεωρίας του Big Bang, οι οποίοι όμως προτιμούν να βλέπουν ευθύγραμμα την εξέλιξη της Ιστορίας. Στην σύγχρονη εποχή, ο Χρόνος γίνεται αντιληπτός κυρίως με γραμμική παράσταση σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που κάνουμε στα γεγονότα και αυτό φαίνεται συνήθως στην επιστήμη της Ιστορίας. Κυριαρχεί η άποψη ότι ο Χρόνος είναι «ένα γραμμικό συνεχές στο οποίο τα γεγονότα συμβαίνουν με εμφανώς μη αναστρέψιμη τάξη». Οι αντίπαλοι της γραμμικής αντίληψης του Χρόνου επιστρατεύουν συχνά το επιχείρημα της περιοδικότητας πολλών φαινομένων, όπως πχ οι εποχές, την υλιστική αντίληψη της τυχαιότητας – η οποία σε αντίθεση με τον ιδεαλισμό, υπόκεινται στους φυσικούς νόμους και όχι στην θέληση του δημιουργού- και την άρνηση της τελεολογικής αντίληψης της θεολογίας.
Οι χρονοταξιδιώτες μάντεις
Η αρχαία αντίληψη της Μαντικής -σίγουρα όχι αυτή που βασίστηκε στην γεννημένη από την αγωνία του ανθρώπου, δεισιδαιμονία- βασιζόταν πάνω στην υπόθεση ότι ο χρόνος είναι μια σπείρα. Μόνο υπό αυτή την υπόθεση η μαντική μπορούσε ως τέχνη να πραγματωθεί. Ο μάντης δεν προέβλεπε το μέλλον με μεταφυσικές μεθόδους, αλλά επειδή ακριβώς ο χρόνος διαγράφει σπείρες, ο παρατηρητής-μάντης μπορούσε – ή νόμιζε ότι μπορούσε- να οδηγηθεί σε συμπεράσματα μέσα από την ανασκόπηση του παρελθόντος, την ενατένιση του μέλλοντος, αλλά και μέσα από την Αρχή της Συμπάθειας μια επίσης θεμελιώδης αρχή της αντίληψης των αρχαίων κοινωνιών. Ο παρατηρητής, στεκούμενος σε έναν συγκεκριμένο σημείο της χρονικής σπείρας, μπορούσε να κοιτάξει ευθεία μπροστά του με σκοπό να συναντήσει την εικόνα ενός μελλοντικού συμβάντος σε ένα άλλο συγκεκριμένο σημείο της σπείρας. Σε μια γραμμική αντίληψη του χρόνου και της ιστορίας κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Βέβαια, οφείλουμε να αναφέρουμε ότι τόσο η αντίληψη περί μαντικής, όσο και περί μοίρας, δέχθηκε έντονη κριτική από πολλούς εκφραστές της αρχαίας φιλοσοφίας, παρόλη την υποστήριξη τους στην θεωρία περί της κυκλικής αντίληψης του χρόνου. Επίσης η χρονική σπείρα στην αρχαία αντίληψη του χρόνου δεν είναι τέλεια, αλλά ατελής. Η σπείρα άλλοτε διαγράφει μεγαλύτερους κύκλους και άλλοτε μικρότερους, πράγμα που σημαίνει ότι κάποια ισχυρά γεγονότα μπορούν να αλλοιώσουν την ομαλή ροή των πραγμάτων και να επηρεάσουν την ροή της Ιστορίας, υποχρεώνοντας μια κατάσταση είτε να παραταθεί είτε και να συντομεύσει την παρουσία της σε σχέση με την ομαλή ροή της. Στην σπειροειδή αντίληψη του Χρόνου, ο καθένας αλλά και το καθετί μπορεί να επηρεάσει την χρονική κίνηση, καθώς «όλα είναι ένα».
Μια σύγκρουση ιδεών
Σε μια τελική ανασκόπηση των αντιλήψεων περί Χρόνου, θα παρατηρήσουμε την σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων που σε καμία περίπτωση δεν είναι η σύγκρουση του ιδεαλισμού με τον υλισμό ή αυτή του μηδενισμού με τον τελεολογισμό, μιας και οπαδοί από όλες τις τάσεις έχουν υποστηρίξει κάθε μια από αυτές τις αντιλήψεις, αφαιρώντας την όποια ιδεολογική ταυτότητα και από τις δύο θεάσεις του χωροχρονικού συνεχούς. Είναι η διαρκής σύγκρουση του αρχαίου κόσμου με την μεταχριστιανική εποχή, μια διαμάχη που θα απασχολεί και θα διχάζει τους στοχαστές ανά τους αιώνες. Η αντικειμενική έννοια του Χρόνου, ίσως τελικά να μην υπάρχει και όλα να έχουν να κάνουν με την προσωπική αντίληψη του ατόμου για τον κόσμο. Και στην μια αλλά και στην άλλη θεώρηση, σημασία έχει να γίνει αντιληπτό ότι τα παρελθοντικά γεγονότα επηρεάζουν άμεσα το μέλλον, και αυτό σε ανθρώπινο επίπεδο να διδάξει την σημασία που αποκτούν οι πράξεις μας για την μελλοντική εξέλιξη των πραγμάτων.
Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2024
«Από την επιθυμία» αντί «από τα μέσα της ζωής του», διότι αυτή αποτελεί την κινούσα δύναμη για την επίτευξη των αναγκών που δημιουργούν τα μέσα. «Επιθυμώ», σημαίνει «προάγω εκ του στήθους μου μια εσώτερη θερμή ανάγκη», μετά έρχεται η «βούληση» που παραπέμπει στο «θέλω και μπορώ». Επομένως, η επιθυμία έρχεται πρώτη και όχι η βούληση όπως υποστηρίζουν πολλοί φιλόσοφοι, καθόσον αυτή επιφέρει τις ανάγκες.
Η επιθυμία και η βούληση είναι δυο αρχέτυπα, «τάση» και «θέση» της ζωής, τα οποία οι πρόγονοί μας τα συμβόλιζαν με τις Δαναΐδες και το Σίσυφο. Οι πρώτες με το άπατο πιθάρι τους, ο δεύτερος με την αέναη μετακυλούσα πέτρα. Άρα, η απληστία μπορεί να ιδωθεί και ως «η διαρκής προσπάθεια της πραγμάτωσης του Σίσυφου του επιθυμητού των Δαναΐδων». Σίσυφος και Δαναΐδες, (είναι) ένα γονιδιακό ζεύγος δίζυγο, μια σχέση δυσδιάκριτη, ένα μαρτύριο της τιμωρίας των θεών προς το γένος των ανθρώπων.
Κατά τη μυθολογία, η έναρξη της απληστίας εμφανίζεται με τα παιδιά του βγαλμένου από τη θάλασσα Πρωτέα. Ο Πρωτέας, που θεωρείτο μονογενής και περιγράφεται με φύκια και ανάμεσα σε φώκιες, ανάλογα με τις επιθυμίες του γινόταν τα πάντα. Απέκτησε με κάποιες ασαφείς νύμφες και θεές, διάφορα παιδιά.
Δυο του γιοί, ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος ήταν άπληστοι, καταλήγοντας τελικά ληστές, τους οποίους σκότωσε ο Ηρακλής. Και ο Πρωτέας το αποδέχτηκε αυτό, φθάνοντας στο σημείο να αποκαθάρει εκ του φόνου το φονιά τους. Ο μύθος αυτός δείχνει μέσα από μια βιολογική θα τη χαρακτηρίζαμε σκοπιά, την έναρξη και την αντιμετώπιση του πρώτου φαινόμενου της απληστίας. Αλλά και ο μύθος της Εύας με την αποδοχή του απαγορευμένου καρπού, στο ίδιο παραπέμπει από άλλο δρόμο.
«Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο», είπε κάποτε ο Αϊνστάιν. «Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία».
Θα εξετάσουμε την απληστία, μέσα από την ιστορία.
Ο Μωυσής, τον οποίο ο Θεός τιμώρησε να μη δει την εκπλήρωση της αποστολής του, φαίνεται ότι ένας λόγος ήταν η απληστία του, καθόσον ευθυνόταν για την υφαρπαγή εκ μέρους του λαού του αυτών που νέμονταν οι Φιλισταίοι. Ο Μίδας, έμεινε για την απληστία του στο χρυσό παρομοιώδης.
Αλλά και ο Κροίσος, που δεν άκουσε το Σόλωνα στην αρετή του μέσου δρόμου αλλά τους ιερείς του Απόλλωνα για να επιτεθεί στον Κύρο και ν’ αυγατίσει κι άλλο την περιουσία του, τιμωρήθηκε δεόντως. Άπληστοι καθώς είχαν γίνει από τα δώρα του και αυτοί, δίνοντάς του έναν εκ πρώτης όψεως θετικό χρησμό, επέδρασαν ως Νέμεση, παίρνοντάς τον στο λαιμό τους.
«Η γη παράγει αρκετά για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου, όχι όμως την απληστία του», είπε κάποτε, πολύ σωστά, ο Γκάντι. Τι είναι λοιπόν αυτό, το συγγενές ή επίκτητο ιδίωμα, ιδιαίτερα εμφανές στο ανθρώπινο είδος, το οποίο αναδύεται όλο πιο έντονο με την έναρξη του πολιτισμού του; Ζιγκουράτ, πυραμίδες, αυτοκρατορίες, όλα παραπέμπουν σε κάποια μορφή απληστίας των πρωτεργατών τους.
Η φύση έχει μια αρχή, τη μοιρασιά – νομή του οίκου της που λέγεται οικονομία. Η οικονομία μοιράζει «νέμει» στον οίκο της τα απαραίτητα. Όταν αυτά, κατά την κρίση ενός όντος δεν αρκούν, αρχίζει η αναζήτηση για τη συσσώρευσή τους. Ο φόβος του θανάτου είναι το κινούν αίτιο αυτής της διαδικασίας. Και έως εδώ καλά μέχρι την υπερβολή, που συνοψίζεται στο ότι «εγώ τα θέλω όλα». Το φαινόμενο αυτό στον κοινωνικό ιστό είναι αναμφίβολα κατακριτέο. Δεν ζει κάποιος στερώντας τη ζωή των άλλων, αλλά διατηρώντας το υπέδαφος της ζωής πάνω στο οποίο διάγει τη ζωή του. Αυτό σημαίνει «επιβίωση», ζωή πάνω σε ζωή.
Η ανθρώπινη κοινωνία είναι μια «κατά συνθήκη», μια «κατ’ ανάγκη» κοινωνία. Δεν έχει τη συνεκτική δομή της ανάλογης των μυρμηγκιών ή των μελισσών που όλα τα έντομα είναι ίδια, «αδέλφια» μεταξύ τους, καθώς γενιούνται και πεθαίνουνε κατά φουρνιές, μαζί. Η κοινωνία των ανθρώπων είναι χαλαρή, ανομοιογενής, και ετερόκλητη, που την αποτελούν διάφορες μη οικογενείς ομάδες.
Στην ουσία, πρόκειται για ένα συνονθύλευμα από υποκοινωνίες, στις οποίες τα μεμονωμένα άτομα συμβιούν με σκοπό το όφελος από τη μεταξύ τους σχέση, έχοντας παράλληλα το κάθε ένα εξ αυτών την τάση να δημιουργεί ένα δικό του κόσμο. Επομένως, η ανθρώπινη «κοινωνία» είναι συναγωνιστική και ανταγωνιστική συγχρόνως, οπότε η απληστία κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να ιδωθεί. Ο άνθρωπος δεν είναι κοινωνικό ον, γίνεται κοινωνικό για την ασφάλειά του και αυτό του προσδίδει μια ιδιαίτερη συμπεριφορά η οποία τον κάνει ον πολιτικό.
Η κοινωνική ζωή επιφέρει ευμενέστερες συνθήκες διαβίωσης μέσω της διαδικασίας που καλείται οικονομία κλίμακας. Κατ’ αυτήν, μέσω της σύνδεσης πολλών μονάδων επιτυγχάνεται όφελος. Όταν κάποια στιγμή το όφελος και το κόστος βρεθούν σε κρίσιμη καμπή, τότε η κοινωνία είτε ρικνώνεται τείνοντας να γίνει συμπαγής είτε επεκτείνεται τείνοντας στη μεταλλαγή της.
Στην πρώτη περίπτωση, η ρίκνωση οδηγεί στη λεγόμενη «κλειστή κοινωνία» με κατάληξη το μαρασμό, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η επέκταση οδηγεί στη λεγόμενη «ανοικτή κοινωνία» με κατάληξη την απροσδιοριστία. Ο άπληστος, επομένως, ορίζεται ως καταλύτης του συστήματος, φθάνοντας στο σημείο να οδηγεί στις μέρες μας τον ευαίσθητο και ασταθή κοινωνικό ιστό.
Η παγκόσμια ανοικτή κοινωνία δεν είναι άλλο από μια άπληστη κοινωνία σε σχέση με την έννοια των προγενέστερων αξιών της πάτριας ζωής. Από οικονομικής πλευράς, αυτή στηρίζεται σε δύο βάρκες: στην ελευθερία της παραγωγής όπως την περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ, και στην ανάγκη της αυξημένης κατανάλωσης κατά τον Κέυνς. Οπότε, διαμορφώνεται μια κοινωνία Λεβιάθαν, η οποία χωνεύει τα παιδιά της. Στη διαδικασία όμως αυτή συμβαίνουν κρίσεις, όπου το ζητούμενο είναι ο επαναπροσδιορισμός των ορίων των συμβαλλόμενων.
Η ιστορία διδάσκει ότι στις κρίσεις, οι πιο αδύναμες κοινωνικά ομάδες παραδίδονται βορά στο σύστημα, γενόμενες μέρος του συστήματος. Το φαινόμενο αυτό ο Ρουσσώ αντί να το ονομάσει «εξαναγκαστική παράδοση» το βάφτισε «κοινωνικό συμβόλαιο». Το οποιοδήποτε όμως συμβόλαιο επενεργεί προς όφελος της πλεονεκτικότερης ομάδας. Πλεονεξία, πλεονεκτικότητα και πλεονασμός, είναι η «αγία τριάδα» της σύγχρονης πλέον κοινωνίας.
Φεύγουμε από την κοινωνία και επιστρέφουμε στα μέλη της, τις άπληστες αράχνες που υφαίνουν τη ροή του ιστού της ιστορίας. Στην ύφανσή του, όπως και στο κάθε γίγνεσθαι, δεν υπάρχει διπολισμός, αλλά μονο-πειθαναγκασμός.
Το αντίθετο του άπληστου είναι ο «πληστός», που σημαίνει «πλήρης -ολοκληρωμένος». Θεωρητικά ορίζεται ως πρότυπο αξίας, καθόσον υποτίθεται ότι τα πάει περίφημα με τον εαυτό του. Είναι στις ανάγκες του εξαιρετικά ολιγαρκής, επομένως ευχαριστημένος με αυτά που έχει, οπότε καθιερώνεται σαν πρότυπο συμπεριφοράς πολίτη, τόσο από τους ολιγαρκείς όσο και από τους πλεονέκτες.
Διότι οι ολιγαρκείς τον έχουν πρότυπο στη δυστυχία τους, πράγμα που βολεύει παράλληλα τους πλεονέκτες. Σε σπάνιες περιπτώσεις ο ολοκληρωμένος ή πληστός οδεύει στον εξοβελισμό του, σαν ένα κύτταρο κατεξοχήν παθολογικό, που τείνει να περιορίσει το σύστημα έχοντας βάση μια αλλιώτικη αθανασία που προκύπτει από την μέλλουσα πληρέστερη ολοκλήρωσή του.
Το φαινόμενο της απληστίας απαντάται τόσο στα παιδιά όσο και στους μεγάλους, ασχέτως φύλου, με μεγαλύτερη έκταση στο θηλυκό. Δείτε ένα παιδί σε μια βιτρίνα παιχνιδιών, η απληστία που ζωγραφίζεται στα μάτια του παραπέμπει στο αν θα μπορούσε να έχει τα περισσότερα… Δείτε έναν άντρα σε μια αγορά, ο περιορισμός που ζωγραφίζεται στα μάτια του θα τον αναγκάσει να πάρει το καλύτερο για τα λεφτά του (best value for money). Στις γυναίκες δεν αναφερόμαστε διότι άπτονται μιας ευρύτερης ψυχολογίας η οποία ξεκινά από την επιλογή του ανδρός ως το καλάθι με τα φρούτα (shoping theraphy).
Η απληστία, επομένως, αποτελεί μια φυσική διαδικασία αντίδρασης του επιθυμητού, σημαντική στην εξελικτικότητα. Η ψυχολογία του άπληστου, πρέπει κάποτε να ιδωθεί κάτω απο το πρίσμα της εσώτερης βαθειάς ψυχολογίας που φτάνει μέχρι τα γονίδια. Ακραία φαινόμενα δεν είναι άγνωστα και στα ζώα.
Η αλεπού, για παράδειγμα, πνίγει όλες τις κότες στο κοτέτσι ενώ τρώει μια, πράγμα που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «αμόκ ζωτικής ανησυχίας». Το γεγονός αυτό συνδέεται με τη «λίμπιντο», λέξη που συνάδει με το πάθος για ζωή με το σπόρο του θανάτου. Στο βάθος της ψυχής του άπληστου, ελλοχεύει έντονα, μα διακριτά, ο θάνατος.
Η γη κατέληξε «μονοειδής». Αυτό σημαίνει ότι επικράτησε μόνο το ένα είδος, τώρα, ο άνθρωπος. Η μονοειδότητα είναι ένα σύνηθες φαινόμενο στη φύση που συμβαίνει κατά διαστήματα, όπως την εποχή των φυτών, των δεινοσαύρων, πρόσφατα των θηλαστικών και δη των πρωτευόντων, του ανθρώπου.
Ο κίνδυνος για την επιβίωση του ανθρώπου προέρχεται πλέον από το ίδιο τον άνθρωπο, που σημαίνει ότι ο φόβος του είναι «από και προς τον εαυτό του». Η μάχη ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, της αυτής ομάδας, του ίδιου μας του εαυτού, όταν επισυμβεί είναι η πλέον κανιβαλοφόρα. Επομένως, στο ανθρώπινο είδος θα επικρατήσει τελικά ένα υποείδος, μέχρι να χαθεί και αυτό μέσα στην απροσδιοριστία.
Η απληστία στη φάση αυτή της μονοειδικής αιχμής, προβάλλεται ως αρχή – τάση επιβίωσης στους πλέον φοβισμένους, ανάγοντας τον εγωκεντρικό – εγωιστικό μηχανισμό της θεωρούμενης «ελπίδας» τους. Αυτή είναι μια προσέγγιση μέσα από ένα πώρο του βιολογικού κοινωνικού ιστού, που παραπέμπει στο ότι δεν επιφέρουμε εμείς το σύστημα αλλά ότι εκείνο μας ορίζει.
Παραταύτα, όταν το γεγονός αυτό ιδωθεί βαθύτερα, οδηγεί με τη σειρά του στο ότι εμείς μετέχουμε και καθορίζουμε τις φυσιολογικές νόρμες, μέσα από την πλειοψηφία. Αυτό, να ιδωθεί πέραν του καλού και του κακού και της ιδεοληψίας, με ευρύτητα στη σκέψη και τη γνώση. Ούτως ή άλλως, στην απληστία της γνώσης χρωστάμε αυτά που καταλαβαίνουμε σήμερα.
Παρότι από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία, παρότι πλεονέκτες με την εξουσία ήταν οι μεγαλύτεροι ηγέτες και με την αγάπη οι καλύτερες μητέρες, η απληστία ιδωμένη ως εκ των μεγαλύτερων αμαρτημάτων, στηλιτεύεται. Τι γίνεται, όμως, εδώ; Εθελοτυφλούμε, προσδιοριζόμενοι απο δυο μέτρα και σταθμά ή θα επιλέξουμε ως άριστο το ένα; Θαυμασμός από τη μια και αποτροπιασμός από την άλλη, δεν γίνεται, σημαίνει μπέρδεμα ή υποκρισία.
Ως εκ τούτου, εξετάζοντας τα πράγματα με όσο το δυνατόν αδέσμευτη χροιά, η απληστία μπορεί να ιδωθεί ως «τάση επιβίωσης υπο οριακές συνθήκες». Στο σύμπαν, που και αυτό επεκτείνεται άπληστα, υπάρχουν μαύρες τρύπες που ρουφούν και άσπροι νάνοι που παράγουν. Αμφότερα τα φαινόμενα υπηρετούν μια σκοπιμότητα, την ύπαρξη της φύσης. Ένα εκ των δυο να έλλειπε, θα ήταν ουδέτερο, ανύπαρκτο το σύμπαν. Το ζητούμενο είναι μια κοινή γραμμή, η οριοθέτηση στον κοινωνικό ιστό των φυσιο-λογικών ορίων.
Η θέση του άπληστου, χωρίς να φτάνουμε σε άκρα, είναι φυσική. Ο ολίγον άπληστος είναι παραγωγικό κύτταρο, ο πολύ άπληστος καταντάει πρόβλημα. Η πρακτική του πρώτου επιφέρει θαυμασμό, του δεύτερου γεννά το φθόνο. Πέραν του ορίου, ο άπληστος ρουφά τα στοιχεία της ζωής των άλλων, και ο πληστός τα φτύνει. Και στο βασικό ερώτημα «τι κάνουμε», η απάντηση είναι «σε ότι είμαστε ταγμένοι». Τα όρια της δυναμικής του συστήματος που θέτει η πλειοψηφία καθορίζουν τις φυσιολογικές νόρμες και η αντιμετώπιση των πολύ άπληστων είναι θεμιτή.
Είτε λοιπόν μιλάμε για την απληστία του πνεύματος, είτε της ύλης, ένα είναι γεγονός. Ότι, όπως το χαρακτηριστικό γνώρισμα της πληρότητας είναι ο εφησυχασμός, το αντίστοιχο της απληστίας είναι η ανησυχία.
Ζω και ανησυχώ σημαίνει ότι είμαι ενεργός, ορίζω εγώ τις νόρμες μου τις οποίες επεκτείνω στο κοινωνικό μου περίγυρο όπου δεν εφησυχάζω. Ούτως ή άλλως, ο Ηρακλής στον κοινωνικό ιστό είναι ο λαός και ρόπαλο η δικαιοσύνη.
«Ηρακλής κοιμώμενος» δεν υπάρχει ως τραγωδία, θα μπορούσε βέβαια να υπάρξει ως κωμωδία, για να ολοκληρωθεί με τον «Ηρακλή μαινόμενο» ως σατυρικό δράμα.
Στον ελληνικό τρόπο της ζωής, κυριάρχησε κάποτε έντονα το άπληστο πνευματικό στοιχείο. Αυτό δημιούργησε τον πλουραλισμό των ιδεών όπου προέκυψε φως, το οποίο μεταλαμπαδεύτηκε στο δυτικό πολιτισμό και κατόπιν εκτενέστερα. Το είδος του φωτός που εξέπεμψαν οι πρόγονοί μας ονομαζόταν φάος, που σημαίνει φως από αυτόκαυστο υλιστικό μανδύα ενός πνεύματος που φλέγεται χαοτικά. Αυτή είναι μια περίπτωση κατά την οποία ο καιγόμενος προσφέρει στο σύνολο το φως του, μέσα από τον έμπειρο ή ένπυρο χαμό του. Ποιος είπε ότι άπληστος είναι κοιλιόδουλος και καταναλωτής μονάχα;






