Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Εγχειρίδιο Βλακείας (7ο μέρος)

-
75.
Ο πιο πονηρός βλάκας είναι ο σοβα­ρός. Το υστερικά τυπικό και λιγόλογο αν­θρωπάκι που οχυρώνεται καχύποπτο προς όλους πίσω από ένα προσωπείο σο­βαρότητας και σπουδαιότητας. Αυτή η μάρκα πονηρών βουλώνει τρύπες∙ πάντα κάπου θα διοριστούν πρόεδροι, διοικη­τές, βιτρίνα για να κάνουν από πίσω τα τσακάλια τη δουλειά τους. Ένας τέτοιος έφτασε να γίνει και πρωθυπουργός∙ δεν διέθετε καμία έμφυτη κοινωνική επιρροή (λάμψη, ευφυΐα, παράστημα, γοητεία, ευ­φράδεια), σιχαινόταν τη συνάφεια με τον κόσμο (μετά τις αναγκαστικές χειραψίες είχε στο αυτοκίνητο ένα μπουκαλάκι οι­νόπνευμα για να απολυμαίνει τα χέρια του) και ήταν τόσο σοβαρός, που γινόταν αστείος. Όμως δεν χρειαζόταν να πείσει ο ίδιος για τίποτα, τη δουλειά είχαν ανα­λάβει εργολαβία τα κανάλια και οι εφη­μερίδες∙ και όποτε το επιχειρούσε, το σα­θρό και ολίγιστο μέσα του τον εξέθεταν. Αλησμόνητη είναι η σκηνή του εν λόγω όταν μετά τους σεισμούς του 1999 πήγε με τις κάμερες να επισκεφθεί τους καταυ­λισμούς των σεισμόπληκτων∙ κοίταξε ξι­νά τα παιδάκια που πλατσούριζαν ξυπό­λυτα στις λάσπες ανάμεσα στα κοντέινερ και, κάνοντας προσπάθεια να φερθεί αν­θρώπινα, τα ρώτησε: «Πού είναι πιο κα­λά, εδώ ή στο σπίτι;».
-
76.
Οι νέοι δεν είναι ακόμα έξυπνοι.
Μπορεί σε ένα ποσοστό τους να είναι προικισμένοι και πολλά υποσχόμενοι, αλ­λά έξυπνοι με την πλήρη έννοια δεν εί­ναι. Καθώς ο εγκέφαλος είναι ακόμα υπό διαμόρφωση και διανύουν το στάδιο της πρωταρχικής πρόσληψης και της γνωστι­κής εμπειρίας, είναι τόσο παρορμητικοί και ευμετάβλητοι, που το μόνο σταθερό τους γνώρισμα είναι οι αντιφάσεις τους∙ ιδίως στην εφηβεία αγκομαχάνε μεταξύ έπους και φάρσας. Δεν υπάρχει σοβαρός ενήλικος που, αναπολώντας τα νεανικά του στραβοπατήματα, να μην ομολογεί πως «είχε τα μυαλά πάνω απ' το κεφάλι», «ήταν νέος και δεν ήξερε», «δεν είχε πήξει το μυαλό του» ή «σκεφτόταν με το κάτω κε­φάλι». Ακόμα και ο σαρακοφαγωμένος νομοθέτης δίνει ελαφρυντικά στην εφη­βική και μετεφηβική παραβατικότητα, αναγνωρίζοντας το «αφρισμένο κύμα» μέ­σα τους που τους ρίχνει διαρκώς στα βρά­χια. Πάντως, όσοι «ανησυχούν» για τους νέους είναι απλώς χοντροκέφαλοι: ο νέ­ος που προσαρμόζεται πρόθυμα στην κρα­τούσα λογική δεν είναι καλό σημάδι∙ το ανησυχητικό δεν είναι οι «συγκρούσεις», αλλά η απουσία τους.
-
77.
Η πολλή αγάπη για τους νέους είναι ύποπτη. Η αφόρητη κολακεία της νεο­λαίας από κάποιους αυτόκλητους συνη­γόρους της υποκρύπτει κατά κανόνα απο­λύτως αισχρά κίνητρα∙ όλοι κάτι επιδιώ­κουν να τους αρπάξουν. Εδώ κολλάει το «τι αγάπη, τι απάτη». Οι νέοι που σαν νέ­οι «τα θέλουν όλα, τώρα» αποτελούν το κυρίως target group (κοινό-στόχος) για κόμματα, θρησκείες, κάστες, οργανώσεις, καλλιτέχνες και βιομηχανίες τσιγάρων, ρούχων, ποτών, θεάματος, αυτοκινήτων κ.λπ. Αν τους κερδίσεις από τα νοητικά σπάργανα, δημιουργείς το συναισθημα­τικό υπόβαθρο ταύτισης και έχεις δεμέ­νους πελάτες για χρόνια. Άσε που κερδί­ζοντας τη νεολαία ψήνεις και τους μεγα­λύτερους, που σπεύδουν να τη μιμηθούν∙ όλοι θέλουν να φαίνονται και να αισθάνονται νέοι, έστω και καπνίζοντας την ίδια μάρκα τσιγάρου με την πιτσιρικαρία. Κα­νονικά η νεολαία θα έπρεπε να έχει στην πρόγκα όλους αυτούς τους καμποτίνους που σκίζονται δημοσίως για πάρτη της∙ όμως νέοι είναι ακόμα και, παρότι «τα ξέ­ρουν όλα» (Όσκαρ Ουάιλντ), τσιμπάνε με τους κόλακες.
-
78.
Το διαρκές ανθρώπινο παραμύθι θέλει το μυαλό να βγαίνει νικητής σε κάθε δο­κιμασία∙ καμία δύναμη δεν μπορεί να παραβληθεί στην ευφυΐα και το θάρρος. Το μυαλό κατατροπώνει και τους πιο δυνα­τούς των δυνατών: ο Δαβίδ νικάει με μια απλή σφεντόνα τον Γολιάθ, ο Οδυσσέας μεθάει και τυφλώνει τον Κύκλωπα, ο Τζακ γκρεμίζει από τη φασολιά τον Γίγαντα και το βασιλόπουλο σκοτώνει πάντα τον δρά­κο. Τη λαϊκή βεβαιότητα πως το μυαλό βρί­σκει οπωσδήποτε τις λύσεις, «αν κλείσει μια πόρτα θ' ανοίξουν δέκα παράθυρα», μοιράζονται οι λόγιοι, «εκεί που η ζωή ορ­θώνει ένα εμπόδιο, η ευφυΐα ανοίγει δίο­δο» (Προυστ), και οι ανατολικές φιλοσο­φίες της μόδας περί αυτοσυγκέντρωσης, θετικής σκέψης, θετικής ενέργειας και λοι­πά φακιριλίκια. Αυτό που δεν έχει πλή­ρως αποτιμηθεί είναι η σχέση νου και σώ­ματος (η αλληλεπίδραση περιεχομένου και περιέχοντος), παρότι μια σειρά σω­ματικές ασθένειες χαρακτηρίζονται ήδη ως ψυχοσωματικές. Η εμφάνιση του placebo (ψεύτικο χάπι) και η (ανύπαρκτη) δράση του που εξαφανίζει τα συμπτώμα­τα ασθενειών θέτει νέα ερωτήματα και επα­ναφέρει πιο ενδιαφέρον το παλιό «δεν έχεις τίποτα, όλα είναι στο μυαλό σου».
-
79.
Ένα απωθητικό είδος ζωντόβολου εί­ναι ο «βλάκας σε αποστολή». Ο καζάνας δικαστής, καθηγητής, αστυνομικός, δημοσιογράφος, ιερωμένος, κομματικό στέ­λεχος, κρατικός υπάλληλος που δίκην σταυροφόρου και ζηλωτή κομπάζει ότι εν ονόματι του λαού, του θεού, της δικαιο­σύνης, του κόμματος, του, του, του, «δεν χαρίζεται ούτε στη μάνα του», «στον αδερ­φό του», «στην Παναγία την ίδια». Στην περίπτωση που δεν είναι κάποιος πίπι­ζας που ψεύδεται, είναι πραγματικά επι­κίνδυνος∙ όχι μόνο γιατί κατά κανόνα οι πιο άτεγκτοι είναι οι μεγαλύτεροι παλιάνθρωποι, αλλά κυρίως γιατί το άκα­μπτο, το απόλυτο, είναι πάνω απ' όλα άδι­κο: jus summum saepe summa est malitia (το απόλυτο δίκιο αποτελεί απόλυτη αδι­κία). Μια μικρή δόση παραλογισμού εί­ναι απαραίτητη για την κοινωνική ισορ­ροπία∙ είναι η λίπανση που διευκολύνει τα γρανάζια, όπως οι νόμοι της οικονο­μίας λειτουργούν καλύτερα με ένα μικρό ποσοστό παραοικονομίας. Το είπε και ο υπεράνω υποψίας πρόεδρος Λίνκολν: «Οι σοβαρές αρχές μπορούν και πρέπει να εί­ναι εύκαμπτες».
-
80.
Ο βλάκας δεν χωράει στην πραγματι­κότητα. Το δίποδο είναι το μοναδικό ον που ξέρει ότι υπάρχει και ξέρει ότι θα πε­θάνει∙ το λειψό μυαλό «πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει;». Δεν μπορεί να δώσει ούτε να δεχτεί εξηγήσεις για το πεπερα­σμένο της ύπαρξης και συνήθως αγκι­στρώνεται σε κάτι που υπερβαίνει την εγκόσμια τάξη∙ σε κάποιο θεό, σε μια ανώτερη δύναμη ή στο σύμπαν που συνωμοτεί για χάρη του. Η ευπιστία του κουφιοκεφαλάκη είναι παροιμιώδης: γοη­τεύεται, αναπαράγει ή εφευρίσκει ο ίδιος θρησκευτικά θαύματα, οράματα, εξωγήι­να όντα, μετεμψυχώσεις, μεταλλαγμένους, λείψανα αγίων, τσαγιέρες που περιστρέ­φονται στο Διάστημα, προϊστορικούς γί­γαντες, νεράιδες, λυκάνθρωπους, ψυχές που βουρλίζονται γύρω μας. Και βέβαια είναι πρώτος πελάτης για κάθε είδους τσαρλατάνους και απατεώνες που ρίχνουν τα χαρτιά, βλέπουν το φλιτζάνι, διαβάζουν τα άστρα, κάνουν μαγιολίκια, λένε τη μοί­ρα (μέλλον), ρυθμίζουν το φενγκ σούι, δί­νουν θετική ενέργεια, διαβάζουν ευχές και μυστικά βιβλία, αλλά στην πραγματι­κότητα διαβάζουν τη φάτσα του ηλίθιου που έχουν απέναντι τους για να γραδάρουν τη βλακεία που κουβαλάει και να του κόψουν το ανάλογο κοστούμι.
-
81.
Το μυαλό δουλεύει κι ανάποδα.
Το ξέρουν κι οι μπάτσοι, που μπορεί να μη χαρίζονται στα τσιράκια, αλλά ανα­ζητούν πάντα τον «εγκέφαλο» πίσω από κάθε πολυπλόκαμη εγκληματική ενέργεια (και οι δικαστές τού φυλάνε την πιο βα­ριά ποινή). Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυ­νος και όχι οι αναλώσιμοι πιστολέρο του∙ εκτελεστικά όργανα θα υπάρχουν πάντα, μα μόνο ο «ιθύνων νους» μπορεί να μη­χανευτεί μεγάλες δουλειές. Τη χαώδη δια­φορά μεταξύ εγκεφάλου και εκτελεστών βλέπουμε στην Υπόθεση ΤόμαςΚράουν (την παλιά ταινία, όχι τη σούπα βερσιόν της). Ο Στιβ Μακ Κουίν προσλαμβάνει πέντε μούτρα της πιάτσας και τα καθοδηγεί στη ληστεία μιας τράπεζας για λογαριασμό του, χωρίς ποτέ να τον έχουν αντικρίσει. Πρό­κειται για ένα υπόδειγμα ζωντανής σκα­κιέρας: τους κινεί με μαεστρία και από απόσταση σαν πιόνια, έχοντας προβλέ­ψει όλες τις πιθανές αντιδράσεις των φρουρών της τράπεζας όσο και των εν συ­νεχεία αστυνομικών ερευνών για τον εντο­πισμό του. Έτσι, όταν στο αστυνομικό τμή­μα τον φέρνουν σε αντιπαράσταση με ένα πιόνι του που «έσπασε», εκείνο δεν τον αναγνωρίζει για να τον καρφώσει.
-
82.
Το μυαλό είναι ξυράφι.
Όσο το ακονίζεις τόσο κόβει κι η κόψη του γίνεται «αθέρας» (λεπτότατη), κατά την παλιά έκφραση. Εδώ έγκειται και η δια­φορά του έξυπνου από τον καλλιεργημέ­νο∙ αρχικά μπορεί να διαθέτουν ανάλογη νοητική δωρεά, καταλήγουν όμως να απέ­χουν ποιοτικά. Ο έξυπνος και ικανός μα­θαίνει τα θεωρητικά και τα πρακτικά της δουλειάς του, παρακολουθεί τις εξελίξεις και, αν δεν καταντήσει στυγνή χρηματο­μηχανή, είναι ευλογία να συνεργάζεσαι με κάποιον που δεν έχει μόνο Μάστερ αλλά και το μυαλό στη θέση του. Ο καλλιεργη­μένος δεν περιορίστηκε στην ύλη των όποιων σπουδών του και τα χρηστικά για να κερδίσει χρήματα ή κοινωνικό κύρος, αλλά έκανε το μεγάλο ποιοτικό άλμα: ξέ­φυγε από το αναγκαίο. Με πάθος, μελέτη και αγάπη «ψάχτηκε» εντός του και γύρω του και απόκτησε ευρύτερη παιδεία και «δική του» πρωτογενή σκέψη, ώστε να βλέ­πει κάτω από την επιφάνεια των πραγμά­των, να εντοπίζει βαθύτερα αίτια. Γιατί η καλλιέργεια (κουλτούρα) δεν είναι συσ­σώρευση γνώσης, αλλά το απόσταγμα της ή, όπως το έθεσε ο Μαλρό, «είναι αυτό που μένει όταν ξεχάσεις όσα έμαθες».
-
83.
Ο κοινός νους υπάρχει.
Είναι αυτός που ξέρει όσα οφείλουν όλοι να ξέρουν, τα βασικά της κοινής εμπειρίας: τα μαθήματα που πήρε από νή­πιο, τις ικανότητες που ανέπτυξε, τα πα­θήματα, τις πρακτικές λύσεις, τις αναγκαίες ισορροπίες, τις κοινοτοπίες, τις φοβίες, τις προκαταλήψεις, τις αυτοματοποιημέ­νες συμπεριφορές και ενέργειες, τους κα­νόνες και τις εξαιρέσεις των κανόνων. Ο κοινός νους είναι οι ράγες που πάνω τους ρολάρει η κοινωνία, γιατί μπορεί να μην είναι για παραπάνω πράγματα, αλλά του­λάχιστον στα πρακτικά και στα αναγκαία δεν ρέπει σε απανωτές βλακείες και χο­ντράδες. Ανάμεσα στις χιλιάδες κωθώνια της ΟΛΜΕ, του Δικηγορικού Συλλόγου, του ΙΚΑ, της ΕΣΗΕΑ, της ΑΔΕΔΥ, του ΕΣΥ, της Ένωσης Συγγραφέων, του Ιατρικού Συλλόγου, των Πανεπιστημιακών, του Δι­καστικού Σώματος, της Αστυνομίας και άλ­λων σου φαίνεται ανέλπιστο όταν ανακα­λύπτεις κάποιον άνθρωπο με «κοινό νου» για να συνεννοηθείς, σου προκαλεί τέτοιο αίσθημα ανακούφισης, που φαντάζει στα μάτια σου «διάνοια».
-
84.
Κοινή Γνώμη δεν υπάρχει.
Οι απλοί άνθρωποι δεν επιτρέπεται να έχουν δική τους γνώμη∙ οι από πάνω τους έχουν αφαιρέσει κάθε δυνατότητα, αλλιώς ποιος θα μπορούσε να κουμαντάρει έναν κόσμο που ο καθένας λέει το κοντό του και το μακρύ του. Το αλάλιασμα του πόπολου είναι δουλειά των κομμάτων, αφού «πολιτική είναι η τέχνη να εμποδίζεις τους ανθρώπους να μπλέκονται σε όσα τους αφορούν» (Πολ Βαλερί), με πανίσχυρους αρωγούς τα ΜΜΕ, που διαχειρίζονται νυχθημερόν φόβους, προκαταλήψεις, στε­ρεότυπα και συνήθειες∙ πες πες τα ίδια πράγματα ο κόσμος όχι μόνο επηρεάζεται βαθιά, αλλά καταλήγει να τα εγκολπώνεται ως δικές του κρίσεις και πεποιθήσεις. Συμβαίνει πλέον παντού αυτό που είπε ο Μέιλερ: «την αποβλάκωση του λαού που δεν πέτυχε επί 70 χρόνια η σοβιετική ηγε­σία με την καταπίεση, την πέτυχαν τα ΜΜΕ στην Αμερική». Έτσι, η Κοινή Γνώμη δεν είναι τίποτα άλλο από μια «συνήχηση» αδαών, όπως λέγεται στη μουσική η ταυ­τόχρονη συνύπαρξη πολλών διαφορετι­κών ήχων (οργάνων) που παράγουν ένα συγκεκριμένο και προσχεδιασμένο άκου­σμα. Και φυσικά ένα πρώτης τάξεως ηρε­μιστικό των αμνών είναι η φενάκη της ψήφου∙ μόνο που η επιλογή είναι προ­καθορισμένη στο δίλημμα: κρύα ή ζεστά σκατά.
-
85.
Οι μεταμφιέσεις του βλάκα είναι άπει­ρες. Έτσι κι αλλιώς, ο κόσμος ολόκληρος είναι ένας χορός μεταμφιεσμένων, κα­θένας υποδύεται κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι∙ «δώστε του μια μάσκα και θα σας πει την αλήθεια» (Ουάιλντ). Ο άνθρωπος αδυνατεί να καταλάβει τον άλλο άνθρωπο, ακόμα κι αν τον γνωρίζει καιρό. Δεν είναι απλώς θέμα νοημο­σύνης, μας λείπουν οι απαραίτητες πα­ραστάσεις∙ όπως οι άνθρωποι της πόλης που όταν βρεθούν στην ύπαιθρο δεν μπο­ρούν να αναγνωρίσουν δέντρα και φυτά. Το παιδί μεγαλώνει ανάμεσα στα πρό­σωπα της οικογένειας και στη συνέχεια σε ένα στενό και ασφαλή κύκλο ομοίων του για σπουδές και δουλειά. Δεν έχει τις ευκαιρίες να συναναστραφεί πρόσωπα διαφορετικής κοινωνικής προέλευσης και διαδρομής που θα το προίκιζαν με διαφορετικές εμπειρίες και κάποιες χρή­σιμες δόσεις ανθρωπογνωσίας∙ γι' αυτό είναι ευάλωτο στη βλακεία, την υποκρι­σία, την πονηριά και την απάτη. Συνή­θως στραβωνόμαστε από επιφανειακά και δευτερεύοντα γνωρίσματα και πάντα εκ των υστέρων ανακαλύπτουμε την αληθι­νή φύση του άλλου∙ μέχρι σημείου να παίρνει χρόνια για να καταλάβεις ότι πα­ντρεύτηκες ανίκανο άντρα ή παρδαλή γυ­ναίκα.
-
86.
Το ανθρώπινο πορτρέτο είναι το πρό­σωπο. Το πρόσωπο μιλάει για μας ακόμα κι αν δεν ανοίξει το στόμα του∙ κι έτσι και το ανοίξει τα είπε όλα. Γι' αυτό η πιο συ­νετή πράξη του ηλίθιου θα ήταν να κρύ­βει λόγια∙ όσο μιλάει τόσο εκτίθεται. Για τον καιρό να σου λέει, τα στοιχεία του σου δίνει∙ «διάνοια και λόγος ταυτόν» (η σκέ­ψη και ο λόγος είναι το ίδιο πράγμα) ή, όπως λένε οι Άγγλοι, τον γάιδαρο τον γνωρίζεις απ' τα αυτιά και τον βλάκα απ' τα λόγια. Με τη φάτσα του άλλου, γράμμα ανοιχτό μπροστά μας, θα έπρεπε να μυριζόμαστε αμέσως τι καπνό φουμάρει∙ το βιογραφικό του και οι διαθέσεις του είναι γραμμένα στη μούρη του. Αλλά ποιος να το διαβάσει· περισσότερες δυνατότητες ανθρωπογνωσίας έχει ο θυρωρός από τον νομπελίστα. Στην ανθρωπογνωσία δεν πιάνουμε ούτε τη βάση και πέφτουμε διαρκώς έξω για το πραγματικό ποιόν του άλλου. Συλλαμβανόμαστε πάντα αδιάβα­στοι και καταφεύγουμε στα γνωστά «δεν το περίμενα από αυτόν», «δεν φαινόταν τέτοιος» ή του χρεώνουμε κάτι που δεν έχει συμβεί: «άλλαξε», «δεν είναι αυτός που ήταν». Τίποτα δεν άλλαξε, μπαμ έκα­νε, μόνο που εσύ δεν το έβλεπες.
-
87.
Το πρόσωπο μας αντιπροσωπεύει.
Δίνει την περίφημη «πρώτη εντύπω­ση», που συνήθως είναι και η τελευταία∙ αν κάποιος μας φάνηκε εξαρχής «συμπα­θητικός», «μάπας», «γοητευτικός», «πονη­ρός», «ξύπνιος», αυτό δύσκολα ανασκευ­άζεται. Όταν αναφερόμαστε στην «προ­σωπικότητα» κάποιου, εννοούμε το πε­ριεχόμενο του κεφαλιού του και τα κυρίαρχα ψυχικά του γνωρίσματα, που κα­τά κανόνα αντανακλώνται στο πρόσωπο: βλακεία, εξυπνάδα, στριμμάδα, μιζέρια, κακότητα, αγαθοσύνη εγγράφονται ανε­ξίτηλα. Το μέσα μας βγαίνει στη μούρη μας με τρόπο αδιάψευστο∙ «οία μορφή, τοιάδε ψυχή» εκκλησιαστικά ή «κόψε φά­τσα και βγάλε συμπέρασμα» λαϊκά. Και επειδή το μέσα μας δεν παίρνει εύκολα γιατρειά (ακόμα δεν εφευρέθηκαν «κοι­λιακοί» για το μυαλό και αναβολικά τα­χείας καλλιέργειας), είναι αυτό που «εί­ναι και φαίνεται», όλο και περισσότεροι καταφεύγουν στην εμβαλωματική λύση να βελτιώσουν το σώμα τους. Όμως η προσωπικότητα δεν είναι σωματική, πά­ντα «το πρόσωπο είναι σπαθί» και κερδί­ζει ή χάνει για λογαριασμό του συνόλου· απλώς, στο γυμναστήριο ο σύγχρονος ηλί­θιος πλησιάζει το ιδανικό του.
-
88.
Μόνο οι περπατημένοι σού βγάζουν ακτινογραφία. Οι αρχαίοι θεωρούσαν πιο ολοκληρωμένο άνθρωπο τον «δοκιμα­σμένο», τον ψημένο σε πολλά∙ «προάγει γαρ η των πραγμάτων εμπειρία». Και για τον Άντλερ, που ξόδεψε μια ζωή στην «Ανθρωπογνωσία» του, πιο έγκυρος ανθρωπογνώστης, ακόμα και από τους ει­δικούς, είναι ο «μετανοημένος αμαρτω­λός», αυτός που έζησε τη νεκρανάσταση: κολύμπησε για καιρό στον κοινωνικό βυ­θό και κατόρθωσε να βγει πάλι στην επι­φάνεια. Έχει γνωρίσει τη ζωή από όλες τις πλευρές, πέρασε τα καβδιανά δίκρανα και έχει σπουδάσει την ανθρώπινη φύση απ' την ανάποδη κι απ' την καλή. Είναι «παθός-μαθός» γιατί απλούστατα «αν δεν πάθεις, δεν θα μάθεις». (Η αντί­στροφη πορεία δεν είναι το ίδιο∙ αυτός που γεννήθηκε με το χρυσό κουτάλι στο στόμα δεν ξεπέφτει αυτοβούλως∙ απ' τα ψηλά στα χαμηλά υπάρχει πάντα κάποιο δράμα πίσω.) Τον «πολύτροπον», τον ξεσκολισμένο στο ανθρώπινο αλισβερίσι δεν τον γελάς με αλεπουδιές∙ «έχουν δει πολλά τα μάτια του», παίζει στα δάχτυλα τη λεγόμενη «εξωλεκτική επικοινωνία» (βλέμμα, φωνή, κίνηση) και σου πήρε μέ­τρα με τη μία.
-
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ - Εγχειρίδιο Βλακείας
-

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου